Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Έλληνες του Ιράν - The Greeks of Iran

Όταν μετακόμισα στο Ιράν, και άκουσα ότι υπήρχαν Έλληνες στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μου φάνηκε αρκετά περίεργο. Μαθαίνοντας ότι καυχώνται μια θαυμάσια Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία, μόλις λίγα μέτρα μακριά από τη περιβόητη αμερικανική πρεσβεία η οποία κυριάρχησε σε όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης τις 444 μέρες κατά τη κρίση του 1979-80 όπου Αμερικανοί διπλωμάτες πιάστηκαν όμηροι, μου φάνηκε ακόμα ποιο περίεργο. Όμως η ελληνική κοινότητα του Ιράν έχει μπει σε μια αμετάκλητη υποχώρηση από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν πολλοί έφυγαν από μια κοινωνικά περιοριστική Ισλαμική Επανάσταση και το πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Σήμερα, δύο μνημεία στέκουν στην Τεχεράνη ως απόδειξη της καταρρέουσας ελληνικής κοινότητας: μια εκκλησία και ένα νεκροταφείο. Καθώς διέφευγαν μια νέα κομμουνιστική κυβέρνηση στη Μόσχα στα τέλη της δεκαετίας του 1910 η οποία τους είχε αποκηρύξει ως ανεπιθύμητους καπιταλιστές, πολλοί Έλληνες Πόντιοι, όπως ο παππούς μου, προσπάθησαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσω μιας νότιας διαδρομής, κατά μήκος του Ιράν, για να αποφύγουν μια εχθρική Τουρκία της οποίας ο στρατός τότε μαχόταν κατά της εισβολής των ελληνικών στρατευμάτων. Μόλις έφθασαν στο Ιράν, πολλοί από αυτούς τους Έλληνες αποφάσισαν ότι από πολλές απόψεις αυτή η χώρα ήταν καλύτερη και πιο πλούσια από την Ελλάδα - που ήταν μια χώρα άγονη, ορεινή, με περιορισμένη οικονομία και που δεν είχαν ποτέ επισκεφθεί ώστε και μετά βίας θα μπορούσαν να την αποκαλέσουν ως πατρίδα τους. Ασχολήθηκαν με τη ξυλοτομία, το μετάξι και τη γεωργία ρυζιού. Άλλοι χρησιμοποίησαν την γνώση τους στην καπνοβιομηχανία για να αναπτύξουν ένα "δρόμο του τσιγάρου" από το 1935 και μετά, ελπίζοντας ότι θα ανταγωνιστούν τον παλιό δρόμο του μεταξιού. Καθώς οι ειδήσεις για επιχειρηματικές ευκαιρίες στον Ιράν είχαν εξαπλωθεί, περισσότεροι Έλληνες έφθασαν με στόχο την οικοδόμηση των σιδηροδρόμων και τη συγκομιδή από τις καλλιέργειες του καπνού. Οι πόλεις Ράστ και Παντάρ Παχλαβί της ακτογραμμής της Κασπίας έγιναν κέντρα άνθησης για το εμπόριο καπνού και η ελληνική κοινότητα ευημερούσε, φθάνοντας και μέχρι 3.000 με 4.000 άτομα.
"Οι περισσότεροι έμειναν εδώ, έφεραν τις γυναίκες τους ή παντρεύτηκαν κάποια Φατιμά η Λεϊλά και εγκαταστάθηκαν στο Ιράν για πάντα'', μου είπε ένας γηραιός Έλληνας κάτοικος του Ιράν. Στη δεκαετία του 1930, ο βασιλιάς του Ιράν, Σάχης Ρέζα προσπάθησε για τον εκμοντερνισμό τη χώρας, εντυπωσιασμένος από τον Κεμάλ Ατατούρκ και της πολιτικής της αναγκαστικής εκκοσμίκευσης στην Τουρκία. Έτσι, πίεσε μέσω μιας σειράς μέτρων με στόχο την εξάλειψη του ανατολίτικου στοιχείου στη χώρα του. Ανάγκασε τους μουλάδες να ξυρίσουν τις γενειάδες τους, να βγάλουν το παραδοσιακό τους τουρμπάνι και φορούν σκουφάκι, ώστε το μέτωπο τους να μην σκουπίζει το πάτωμα όταν προσεύχονταν. Ο Σάχης Ρέζα απαγόρευσε επίσης το πέπλο για τις γυναίκες, παραχώρησε δημόσια εκπαίδευση, κατασκεύασε το πρώτο σύγχρονο πανεπιστήμιο του Ιράν, άνοιξε σχολεία για τις γυναίκες και τις είχε εντάξει στο εργατικό δυναμικό. Ο Σάχης Ρέζα ξεκίνησε το πρώτο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης του Ιράν και βελτίωσε σημαντικά τη υποδομή της χώρας με την κατασκευή πολλών δρόμων, γέφυρες, κρατικά εργοστάσια ακόμη και τον πρώτο διακρατικό σιδηρόδρομο της χώρας. Ένας γηραιός Έλληνας του Ιράν, ο Γιώτης Συμεωνίδης, θυμάται όταν επισκέφθηκε την Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και ποια ήταν η αντίδραση του όταν του είπαν ότι επρόκειτο να εισαχθεί η τηλεόραση στη Ελλάδα. "Ο πατέρας μου μου είπε με χαρά ότι η Ελλάδα θα είχε ασπρόμαυρη τηλεόραση σύντομα, θυμάμαι. Του είπα ότι, στην Περσία, όχι μόνο έχουμε τηλεόραση, αλλά επίσης ότι εκεί η τηλεόραση είναι έγχρωμη!" Η πλειοψηφία των Ελλήνων περνούσαν υπέροχα χορεύοντας τουίστ κατά τη δεκαετία του εξήντα στην Τεχεράνη. Το 1979, η Ισλαμική Επανάσταση θα βάλει τέλος σε όλα αυτά. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί έκανε έντονα γνωστό ότι "δεν υπάρχει διασκέδαση στο Ισλάμ". Οι καλές μέρες είχαν περάσει. Το 2004, η Όλγα Ξανθοπούλου με χαιρέτισε το σπίτι της που βρίσκεται στο εξαθλιωμένο και ρυπασμένο κέντρο της Τεχεράνης, ανοίγοντας μου ένα θησαυρό από αναμνήσεις. Μέλος βετεράνος της Ελληνικής κοινότητας, η Όλγα γεννήθηκε - και επιμένει ότι θα πεθάνει - στο Ιράν. Αλλά είναι τόση η αίσθηση της απομόνωσης της που ισχυρίστηκε ότι δεν έχει μιλήσει ελληνικά μέσα σε τρία χρόνια πριν από την επίσκεψή μου, και συχνά σταματά τις αναπολήσεις της για να μου ζητήσει συγγνώμη για τα γραμματικά της λάθη. Στους τοίχους, σε ορείχαλκο πλαίσιο, ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εαυτό της και των αγαπημένων της, μας επαναφέρουν πίσω σε ξέγνοιαστες, προ-επαναστατικές μέρες. "Όταν υπήρχε βράδυ θεάτρου στο κλαμπ, δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου χώρος για να κινηθούμε", είπε με πάθος. "Τι υπέροχα θέατρα είχαμε, τι όμορφους χορούς! Όμως (οι Έλληνες) τώρα έφυγαν όλοι και το κλαμπ είναι τώρα εντελώς άδειο. "Στη περιοχή της σαρκός στη Λαλεχζάρ, τη περιοχή των κόκκινων φαναριών της Τεχεράνης, εκεί από όπου οι αξιοσέβαστες Σιιτικές οικογένειες έμεναν μακρυά, οι χαρτοπαίκτες προσκρούαν με πόρνες και τα κορίτσια από Δυτικοποιημένες οικογένειες είχαν την πρώτη τους ανάσα από ευρωπαϊκή ζωή στα γαλλικού τύπου μπιστρό. Μετά την επανάσταση, η περιβόητη περιοχή είχε κλείσει εντελώς και επαναπροσδιορίστηκε ως κέντρο για ηλεκτρικά είδη. "Τα καμπαρέ της Λαλεχζάρ ήταν ανήθικα, αυθεντικά, ζωντανά!", αναστέναξε η Ξανθοπούλου. "Είχαν περσική μουσική, χορό, αλλά όχι γυμνές γυναίκες. Όμως φορούσαν κοντές φούστες και όταν στροβίλιζαν, όλοι έβλεπαν τους μηρούς τους. Αχ, τι είχαμε και τι χάσαμε!" Όλα αυτά ήρθαν στο τέλος, όταν εκατομμύρια άνθρωποι πήραν τους δρόμους το 1978, με αποκορύφωμα την υποδοχή του Αγιατολάχ Χομεϊνί από τις εξημμένες μάζες κατά την επιστροφή του στο Ιράν και τη διακήρυξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι μέρες της δόξας τελείωσαν και άρχισε η έξοδος. "Όποιος είχε ελληνικό διαβατήριο το χρησιμοποίησε για να βγει από τη χώρα", λέει η Ξανθοπούλου. Μέχρι το καιρό που ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν στα τέλη του 1981, ο αριθμός των Ελλήνων που ζούσαν στο Ιράν μειώθηκε στους 2.500, σύμφωνα με την ελληνική πρεσβεία. Οι υπόλοιποι έφυγαν κατά τα χρόνια της διάρκειας του πολέμου καθώς τα ιρανικά στρατιωτικά αεροπλάνα σφυρηλατούσαν την ιρακινή πρωτεύουσα. Όπως λέει ο Κύριος Γραμματικόπουλος, ο πρόεδρος της κοινότητας, "Σήμερα ίσως 20-30 άτομα εξακολουθούν να μιλούν την Ελληνική γλώσσα και να έχουν ελληνικά διαβατήρια. Τους λίγους ανθρώπους που έχουμε τώρα, προσπαθούμε να τους κρατήσουμε εδώ. Έχουμε φιλανθρωπικά παζάρια, διατηρούμε τις εθνικές μας επετείους, και κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, το Πατριαρχείο μας στέλνει ένα ιερέα". Αλλά οι σχέσεις αυτές οδεύουν προς την ολίσθηση. Τα Χριστούγεννα του 2004, σηματοδότησαν την πρώτη φορά που δεν υπήρχε λειτουργία στην ανακαινισμένη νεοκλασική εκκλησία. Κατά την ίδια περίπου περίοδο, διακόπη και τελευταία απευθείας πτήση Αθήνα- Τεχεράνη της Iran Air. Τώρα οι επιβάτες από Αθήνα προς τη Τεχεράνη πηγαίνουν από το Ντουμπάι, το Μπαχρέιν ή την Κωνσταντινούπολη, προσθέτοντας άλλο ελάττωμα για να γίνει το ταξίδι. Καθ 'όλη την επαναστατική περίοδο, οι Έλληνες είχαν οπτική άποψη από το κλαμπ τους, ακριβώς απέναντι από την πρεσβεία των ΗΠΑ. Ο μικρός αριθμός των Ελλήνων (μόνο 120 οικογένειες κατά τη περίοδο αυτή) σήμαινε ότι δεν χρειάζονταν να μεταπηδήσουν στην πλευρά του Χομεϊνί. Η ύπαρξη τους θα ήταν καλύτερα εάν παρέμενε άγνωστη. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, στεκόμουν στο τώρα ανενεργό Ορθόδοξο νεκροταφείο της Τεχεράνης και επέβλεπα τις σειρές από σταυρούς, χτυπημένους από τον καιρό να κοιτάζουν τον επισκέπτη. Νεαροί άνδρες και γυναίκες σε παλιομοδίτικα ρούχα και ραπτική, κοιτάζουν τον επισκέπτη από ξεθωριασμένες φωτογραφίες τοποθετημένες σε τάφους. Ο μόνος ήχος, πέρα από τη συνεχή κίνηση της Τεχεράνης, ήταν το νερό της βροχής που έσταζε μαλακά στη σήψη της γης. Οι λίγοι Έλληνες του Ιράν - οι μη εξομοιωμένοι ελληνόφωνοι, οι οποίοι εξακολουθούν να κατέχουν ελληνικά διαβατήρια - είναι σήμερα πολύ λιγότεροι από τους νεκρούς τους.

Οι Έλληνες της Μέσης Ανατολής
Του Ιάσωνα Αθανασιάδη
Μετάφραση στα ελληνικά Noctoc

When I moved to Iran, hearing there were Greeks in the Islamic Republic of Iran was bizarre enough. Finding out that it boasted a splendid Greek Orthodox church, just metres away from the infamous US embassy that dominated the international media throughout the 444 days of the American diplomats' hostage crisis in 1979-80 was even stranger.
But Iran's Greek community has been in irreversible decline since the early 1980s when many fled a socially restrictive Islamic Revolution and the Iran-Iraq war. Today, two monuments in Tehran stand testament to the crumbling Greek community: a church and a cemetery.
As they escaped a new communist government in Moscow in the late 1910s that had branded them undesirable capitalists, many Pontic Greeks, such as my grandfather, sought to return to Greece via the southern route, across Iran, and avoid a hostile Turkey whose army was then struggling against invading Greek troops. Upon arriving in Iran, many of these Greeks decided that in many ways it was a better and richer country than Greece - then a barren, mountainous and economically limited country they had never even visited and could hardly call a homeland. They busied themselves with woodcutting, silk and rice-farming. Others used their expertise in the tobacco industry to develop a 'cigarette route' from 1935 onwards, hoping that it would rival the old Silk Route. As news of the business opportunities to be had in Iran spread, more Greeks arrived in order to build railways and harvest the tobacco crops. The Caspian shoreline cities of Rasht and Bandar Pahlavi became centres of the booming tobacco trade and the Greek community thrived, peaking at between 3,000 and 4,000 people."Most stayed here, brought their wives over or married a Fatima or Leila and settled down," one old-timer told me.
In the 1930's, Iran's moderniszng king, Reza Shah - impressed by Kemal Ataturk's forced secularisation policy in Turkey - was pushing through a number of measures aimed at quashing the Eastern element in his country. He forced mullahs to shave off their beards, discard their traditional turban and wear a billed cap in order that their foreheads not brush the floor when praying.Reza Shah also banned the veil for women, provided public education, built Iran's first modern university, opened the schools to women and brought them into the workforce. He initiated Iran's first industrialisation programme and dramatically improved Iran's infrastructure by building numerous roads, bridges, state-owned factories and even Iran's first Transnational railway.
One Greek old-timer, Giotis Symeonidis, remembers visiting Athens in the mid-1960s and what his reaction was upon being told that television was about to be introduced. "My father told me joyfully that Greece was getting black-and-white TV soon," he recalls. "I told him that, in Persia, not only do we have television, but it's also color television!"
The majority of Greeks were having a ball in Swinging Sixties and Seventies Tehran. In 1979, the Islamic Revolution put an end to all that. Ayatollah Khomeini famously pronounced that "there is no fun in Islam". The good days were over.
In 2004, Olga Xanthopoulou welcomed me into her home in Tehran's gritty, polluted downtown and opened up a treasure trove of memories. A veteran member of the community, Olga was born - and insists she will die - in Iran. But such is her sense of isolation that she claimed not to have spoken Greek in three years before my visit, and often halted her reminiscing to apologise for her grammatical mistakes.
On the walls, brass-framed, black-and-white portraits of herself and her loved ones hark back to carefree, pre-revolutionary days.
"When there was a theatre evening at the club, there was hardly space to move in," she exclaimed. "What wonderful theatres we had, what sparkling dances! But (the Greeks) have all left and it's now totally empty". In the fleshpots of Lalehzar, Tehran's red-light district, that respectable Shiite families steered clear of, gamblers brushed up against prostitutes and the girls of Westernised families experienced their first breath of European-style sophistication in the bustling French-style bistros. After the revolution, the notorious area was completely boarded up and reinvented as a centre for electrical goods.
"The cabarets of Lalehzar were bawdy, authentic, alive!" sighed Xanthopoulou. "They had Persian music, dancing and no naked women. But they would wear short skirts and when they twirled, everyone would see their thighs. Ah, what we had and what we lost!" All this came to an end when millions of people took to the streets in 1978, culminating in the seething masses that greeted the Ayatollah Khomeini's return to Iran and his proclamation of an Islamic republic. The glory days ended and an exodus began as "anyone who had a Greek passport used it to get out of the country", Xanthopoulou says. By the time Saddam Hussein invaded Iran in late 1981, the number of Greeks living in Iran had gone down to 2,500, according to the Greek embassy. The rest left during the war years as Iraqi warplanes strafed the capital.
Grammatikopoulos, the community president says, "Today maybe 20-30 people still speak Greek and have Greek passports. The few people we now have, we try to keep them here. We hold charity bazaars, we keep our national holidays, we mark Christmas and Easter, and the Patriarchate sends out a priest". But the links are slipping. Christmas 2004 marked the first time that there was no service in the refurbished neoclassical church. At about the same time, Iran Air discontinued the last direct Athens-Tehran flight. Now passengers transit through Dubai, Bahrain or Istanbul, adding another remove to making the trip.
Throughout the revolutionary period, the Greeks had a vantage view from their clubhouse, just across the street from the US embassy. The small number of Greeks (just 120 families at the time) meant that they felt no need to jump on the Khomeini's bandwagon. Their survival was better served by remaining unknown. Twenty-five years later, I stood in Tehran's now-defunct Orthodox graveyard and surveyed the rows of weather-beaten crosses gaping at the visitor. Young men and women in old-fashioned suits and tailleurs looked out at the visitor from faded photographs mounted on graves. The only sound, aside from the relentless Tehran traffic, was the dripping of water, the soft descent of rain on rotting earth. Iran's few remaining Greeks - the non-assimilated Greek-speakers, those who still hold Greek passports - are now vastly outnumbered by their dead.

Hellenes of the Middle East
By Iason Athanasiadis


Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Οι Αρβανίτες

Οι Αρβανίτες (στην αρβανίτικη γλώσσα: arbërorë ή arbëreshë) θεωρούνται οι απόγονοι μεταναστών από το Άρβανον (περιοχή της σημερινής κεντρικής και νότιας Αλβανίας), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της κεντρικής και νότιας Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, κυρίως μεταξύ του 13ου αιώνα και του 15ου αιώνα. Οι Αρβανίτες έπαιξαν κυρίαρχο και ουσιαστικό ρόλο τόσο κατά τη διάρκεια της Eλληνικής Επανάστασης του 1821 όσο και στη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους στη συνέχεια. Πρωτοαναφέρονται στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, «Αλεξιάδα». Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 –1118). Στην «Ιστορία» (1079 –1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.

Σύμφωνα με μια θεωρία η λέξη Αρβανίτης έχει κοινή προέλευση με τη λέξη «Αλβανός», με αλλαγή των συμφώνων ρ-λ.

Στους περισσότερους Αρβανίτες δεν αρέσει καθόλου να τους λένε Αλβανούς. Στη δεκαετία του 1990 ο Αλβανός Πρόεδρος Σαλί Μπερίσα (Sali Berisha) περιέγραψε τους Αρβανίτες σαν μια αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των Αρβανιτών στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με τον Αριστείδη Κόλλια, μερικοί Αρβανίτες στο βορειοδυτικό τμήμα της Ηπείρου παραδοσιακά αυτοαποκαλούνται και με την ονομασία Shqiptár, χωρίς να επικαλούνται αλβανική εθνική συνείδηση (Σκιπτάρ=οπλοφόρος (από το λατινικό scipio που σημαίνει ράβδος (εκ του σκήπτρο) και skapt=δόρυ). Οι Αλβανοί αποκαλούν έτσι τους εαυτούς τους σήμερα και την χώρα τους Σκηπερία (Republika e Shqipërisë), αν και προσπαθούν να ταυτίσουν τη λέξη σκιπτάρ=οπλοφόρος με την λέξη σκιπόνιε που σημαίνει αετός). Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται επίσης σε μερικά χωριά της Θράκης, όπου οι Αρβανίτες μετανάστευσαν από τα βουνά της Πίνδου κατά τον 19ο αιώνα. Από την άλλη μεριά αυτή η λέξη είναι παντελώς άγνωστη στο κύριο σώμα των Αρβανιτών της νότιας Ελλάδας.

Καταγωγή των Αρβανιτών
Για την καταγωγή των Ελλήνων Αρβανιτών υπάρχουν πολλές θεωρίες οι περισσότερες από τις οποίες δεν είναι και τόσο αξιόπιστες. Η γνώση που έχουμε είναι κατά κύριον λόγον ιστορική και όχι καθαρά επιστημονική. Οι Αρβανίτες ξεκίνησαν από την περιοχή του Αρβάνου (σημερινή Αλβανία). Η περιοχή της σημερινής Αλβανίας είναι η αρχαία Ιλλυρία, κοιτίδα των Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήρθαν στην Ελλάδα πριν από την Οθωμανική κατάκτηση και δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στο ζήτημα της θρησκείας και της κουλτούρας.

Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρουν από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι η αρβανίτικη γλώσσα χρησιμοποιεί ελληνικό συντακτικό κι ως γνωστόν το συντακτικό, γλωσσικά δεν «δανείζεται».

Να σημειωθεί εδώ ότι οι μετανάστες εκείνοι, ποτέ δεν ονόμασαν τους εαυτούς τους Αρβανίτες. Αρβανίτες τους ονόμασαν οι γηγενείς της Ελλάδας, όπως συνήθως ονομάζουν κάποιον που πάει από άλλο μέρος, κατά το Σοφικίτες, Βατικιώτες, Υδραίοι, Ποριώτες και άλλοι, από τον τόπο προέλευσης.

Σήμερα οι απόγονοι των Ελλήνων-Αρβανιτών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πριν 650 χρόνια, έστω κι αν κάνουν αρβανίτικους Συνδέσμους και Συλλόγους, δεν δέχονται καν ότι είναι Αρβανίτες-Αλβανοί, αλλά Έλληνες από την Αλβανία.

Από αυτούς τους Έλληνες–Αρβανίτες, που πολλοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρβανίτικη διάλεκτο και στις μέρες μας για τη συνεννόησή τους με τους σημερινούς Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες, προήλθε μεγάλος αριθμός αγωνιστών του 1821, όπως αναφέρουν διάφορες πηγές, μεταξύ των οποίων οι:

Ανδρέας Μιαούλης ή Ανδρέας Βώκος, ναύαρχος, αργότερα πολιτικός.
Μάρκος Μπότσαρης, Σουλιώτης αγωνιστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σκοτώθηκε το 1823 από Τουρκαλβανούς, στο Καρπενήσι.
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής εταιρίας (το καράβι της μάλιστα το βάφτισε με το αρχαιοελληνικό όνομα «Αγαμέμνων»).
Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος, αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Θεόδωρος Πάγκαλος, στρατηγός και δικτάτορας.
Αλέξανδρος Κορυζής, Πρωθυπουργός του ’41, και άλλοι.
Ιλλυρική καταγωγή
Μια από τις απόψεις για την καταγωγή των Αρβανιτών, είναι ότι οι Αρβανίτες που ήρθαν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ήταν αμιγή ιλλυρικά φύλα, δηλαδή Αλβανοί (αν και για πολλούς οι σύνδεση των σημερινών Αλβανών με τους αρχαίους Ιλλυριούς είναι αρκετά συζητήσιμη*), οι οποίοι με το πέρασμα των αιώνων εξελληνίστηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι αντιδράσεις σε αυτή την εκδοχή προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους Αρβανίτες οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δεν δέχονται την περίπτωση της αλβανικής καταγωγής ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με το όνομα Αρβανίτες ονομάζονταν οι Αλβανοί που πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των Ελλήνων, δηλαδή οι λεγόμενοι Τουρκαλβανοί, που σημαίνει ότι η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τους αλβανόφωνους Έλληνες**.

Πελασγική καταγωγή
Η άποψη περί καταγωγής των Αρβανιτών από τους προέλληνες Πελασγούς, υποστηρίζεται κυρίως από την αλβανική πλευρά και από κάποιους Αρβανίτες συγγραφείς και μελετητές. Έτσι τονίζεται η πελασγική καταγωγή όχι μόνο των Αρβανιτών αλλά και των Αλβανών καθώς και η ταύτιση των αρβανίτικων με τη γλώσσα των Πελασγών, με σκοπό να προβληθεί η άποψη ότι οι το αλβανικό έθνος αποτελεί τον αρχαιότερο πληθυσμό των Βαλκανίων, πριν ακόμα την έλευση των Ελλήνων, και ότι οι Αρβανίτες είναι οι πραγματικοί ιθαγενείς του Ελλαδικού χώρου τους οποίους οι Έλληνες συνάντησαν ως Πελασγούς, κατά την κάθοδο τους. Αυτή η εκδοχή όμως στερείται ρεαλιστικότητας, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες να διασώθηκαν πελασγικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα.

Καταγωγή από τους Τόσκηδες
Μια δημοφιλής θεωρία είναι αυτή που ανάγει την καταγωγή των Αρβανιτών, στους Τόσκηδες της νότιας Αλβανίας, οι οποίοι αποτελούν τη μία από τις δύο μεγάλες εθνικές ομάδες των Αλβανών (η άλλη είναι οι Γκέγκηδες, που ζουν στην βόρεια Αλβανία). Ως γνωστόν, υπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης (οι Τόσκηδες θεωρούν τους Γκέγκηδες άξεστους, αμόρφωτους και κατώτερους πολιτισμικά), ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο. Οι Αρβανίτες λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αποτελούν τους Τόσκηδες που μετανάστευσαν από την Βόρεια Ήπειρο στην Ελλάδα. Η εκδοχή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες μπορούν να συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό μιλώντας αρβανίτικα μόνο με τους Τόσκηδες, ενώ η συνεννόηση με τους Γκέγκηδες είναι αδύνατη, όπως επίσης και από το ότι η αρβανίτικη γλώσσα περιέχει πλήθος αρχαϊκών στοιχείων της ελληνικής.

Δωρική καταγωγή
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή μη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα από μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και «βαριά». Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.

Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης και από φυλετικής απόψεως και από πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστό ότι οι Σφακιανοί προέρχονται από τους Δωριείς και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται από την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών των παλαιότερων χρόνων. Από μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμέσως ότι ήταν Αρβανίτες απο τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.

Στο «Λεξικό Εθνών – Εθνοτήτων – Λαών» του Γιόζεφ Βολφ, αναφέρονται τα παρακάτω:
«Αρβανίτες ή Αλβανοί: Λαός που διαμορφώθηκε στο χώρο της σημερινής Αλβανίας τους πρώτους μ.Χ. αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (πέθανε το 160-168 μ.Χ.) αναφέρει μια φυλή στην Ιλλυρία με το όνομα Άλβανες, που ζούσε στο χώρο μεταξύ Δυρραχίου και Δίβρης. Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένωση πατριών που συγκροτήθηκε για αυτοάμυνα. Αυτή η ένωση ενισχύεται πολύ την εποχή των μεγάλων βαρβαρικών επιδρομών του 4ου-7ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, στην περιοχή θα εισβάλουν σλαβικά φύλα που θα καταστρέψουν τις πόλεις. Μεγάλο μέρος των κατοίκων αυτών των πόλεων καταφεύγει στα βουνά και πυκνώνει τις γραμμές των Αλβανών, οι οποίοι φυσικά αντιστέκονται και αποκρούουν τους Σλάβους. Στις αρχικές ιλλυρικές πατριές, που συγκρότησαν τους Αλβανούς ή Αρβανίτες, προστέθηκαν τώρα και στοιχεία των παραλίων, ελληνικά, ρωμαϊκά κ.λπ. Οι Αλβανοί ή Αρβανίτες ενισχύονται ακόμα περισσότερο στην περίοδο της βουλγαρικής επέκτασης. Είναι καθαρά ποιμενικές πατριές, που κρατούν το όπλο στο χέρι. Οι Βυζαντινοί θα τους χρησιμοποιήσουν ως κλεισουράρηδες, φύλακες στα ορεινά μέρη. Θα ξεχωρίσουν τρεις διαφορετικές ομάδες: Οι Γκέγκηδες, οι Τσάμηδες και οι Τόσκηδες, με μια μικρότερη υποδιαίρεση, τους Λιάπηδες. Δε συγκρότησαν έθνος, παρόλο που είχαν βρεθεί από νωρίς μπροστά σε κοινό εχθρό. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, οι αρβανίτικες πατριές χρησιμοποιούνται ως στρατός στα φεουδαρχικά κρατίδια που συγκροτήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Τον 14ο αιώνα οι ένοπλοι αυτοί Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί σʼ όλη την οροσειρά της Πίνδου εξεγείρονται, ανατρέπουν την εξουσία στην Ήπειρο και δημιουργούν τρία κρατίδια: των Μπουαίων με κέντρο το Αγγελόκαστρο, των Λιοσαίων με κέντρο την Άρτα και του Κάρολου Τόπια, που καταλάμβανε τη Β. Ήπειρο και μέρος της Αλβανίας Με τη διάλυση αυτών των κρατιδίων οι πολεμικές πατριές των Αρβανιτών σκορπούν ως μισθοφόροι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: στην Αττική και Βοιωτία ως μισθοφόροι των Ατσαγιόλι και στην Πελοπόννησο ως μισθοφόροι των Παλαιολόγων. Οι Τούρκοι θα τους βρουν απλωμένους σʼ όλη την Ελλάδα. Οι Τούρκοι θα εξισλαμίσουν το βασικό όγκο των αρβανίτικων φατριών, που κατοικούσαν πέρα από τα όρια της σημερινής Ελλάδας και θα τους χρησιμοποιήσουν ως στήριγμα της εξουσίας τους. Οι Αρβανίτες που βρέθηκαν σκορπισμένοι, ως μισθοφόροι θα μείνουν κατά το πλείστο χριστιανοί και γιʼ αυτό θα πολεμούν τους Τούρκους. Αυτοί οι Αρβανίτες θα συγχωνευτούν τελικά με το Νεοελληνικό έθνος. Αντίθετα, οι εξισλαμισμένοι θα συγκροτήσουν το έθνος των Αλβανών, που ζει στην Αλβανία. Οι Αλβανοί όμως ονομάζουν τον εαυτό τους Σκιπτάρ. Ως μισθοφόροι, οι Αρβανίτες βρίσκονται σκορπισμένοι στα πέρατα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί Αρβανίτες θα είναι οι βασικοί μισθοφόροι της Βενετίας και θα δράσουν σʼ όλη τη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων. Μεγάλος αριθμός Αρβανιτών μισθοφόρων θα εγκατασταθούν στο βασίλειο της Νεάπολης, όπου θα παραμείνουν Και μετά την κατάλυση. Απόγονοί τους ζουν σήμερα σκορπισμένοι στη Ν. Ιταλία. Μεγάλος όγκος Αρβανιτών θα κατέβει στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο το 1770, την εποχή των Ορλωφικών. Για μια περίοδο θα κυριαρχήσουν στην Πελοπόννησο, ενώ θα εξαναγκάσουν σε φυγή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Έγιναν πραγματική συμφορά. Οι ίδιοι οι Τούρκοι θα τους καταδιώξουν. Σε συνεργασία με τις κλέφτικες ομάδες της Πελοποννήσου οι Τούρκοι θα τους εξοντώσουν. Μαζί με τις ένοπλες πατριές είχαν κατέβει στην Πελοπόννησο και πολλοί ποιμένες. Με το διωγμό, οι περισσότεροι θα φύγουν για να εγκατασταθούν στα νησιά (Κυκλάδες, Σάμο κ.λπ.), ενώ ένα μεγάλο μέρος θα επιστρέψει στην Αλβανία, μετά από περίπου 10 χρόνια παραμονής στην Πελοπόννησο. Αρβανίτες θα εγκατασταθούν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, τόσο ως μισθοφόροι των Βενετών, όσο και ως μισθοφόροι των Τούρκων. Οι χριστιανοί Αρβανίτες, που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο πριν από την Τουρκοκρατία, θα πολεμήσουν τους Τούρκους και στη συνέχεια, μέσα από κοινούς με τον ελληνικό πληθυσμό αγώνες κατά των Τούρκων, θα συγχωνευτούν με τους Έλληνες. Οι Αρβανίτες θα αφομοιωθούν από το νεοελληνικό έθνος. Η γλώσσα των Αρβανιτών γενικά ήταν φτωχή και οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιούν πολλές ελληνικές λέξεις. Σιγά σιγά η γλώσσα τους χάνεται. Η αρβανίτικη γλώσσα δε χάθηκε εντελώς μόνο στις περιοχές, όπου οι Αρβανίτες έμειναν ως αποκλειστική-κλειστή κοινωνία(Αττική και Βοιωτία και κατά κάποιο τρόπο η Κορινθία). Όταν η κλειστή κοινωνία τους θα σπάσει (από τα μέσα του 18ου αιώνα και έπειτα) η αρβανίτικη γλώσσα θα αρχίσει να υποχωρεί. Εξακολουθεί να αντιστέκεται όμως, στα ορεινά χωριά της Βοιωτίας-Αττικής».

Η κάθοδος των Αρβανιτών
Η ιστορία της καθόδου των Αρβανιτών ή Αλβανιτών ξεκινά από τον 13ο αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αλβανική αριστοκρατία μόνο πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους.

Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους πωλούμενοι ως σκλάβοι.

Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να αποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των αλβανικών εδαφών από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι. Πέρα όμως από τις μεταβολές αυτές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον η οθωμανική εισβολή.

Οι πηγές αναφέρουν ότι η δια θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ. Τέλος η εσωτερική μετακίνηση εντός της επαρχίας Ηπειρωτών μεταναστών, που στο μεταξύ πλήθαιναν με γάμους και τις επιμειξίες σταμάτησε γύρω στο 1600 μ.Χ.

Από τότε, όλοι οι Αρβανίτες που απαντώνται εκτός Αλβανίας παρουσιάζονται ως γνήσιοι νομάδες, και τους συναντούμε από τη Θεσσαλία ως την Αττική και από την Ακαρνανία ως τα νότια της Πελοποννήσου. Ατομικά ή συλλογικά, η αρβανίτικη αυτή μετανάστευση εμφανίζεται ως αντίδραση φυγής σε μία κοινωνική καταπίεση που είχε γίνει αφόρητη.

Οι Αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Όμως οι Αλβανοί ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα. Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά τη Θεσσαλία οι Αρβανίτες πήγαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά. Μαζί τους έφεραν και τα προτερήματά τους ως γεωργοί.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο σε μικρούς αριθμούς μετά από πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Καντακουζηνού (1348 – 1380). Κατόπιν, ο δεσπότης Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε περίπου 10.000 Αρβανίτες για να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Σε μια περίπτωση, 6.000 Αρβανίτες από την Γλαρέντζα εστάλησαν στο πεδίο μάχης. Στα μέσα του 1454, ένας ηγέτης που ονομαζόταν Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες κάτω από την εντολή του.

Επίσης, οι Βενετοί μίσθωσαν πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν ως «Stradioti». Με βάση τους υπολογισμούς ενός γαλλικού αυτόπτη μάρτυρα Philippe de Commines (1447 – 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο, ως πεζοί και έφιπποι. Επιπλέον, οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν ως Έλληνες. « Ήσαν άπαντες Έλληνες, ελθόντες εκ των πόλεων ας κατέχουσα εν Ελλάδι οι Βενετοί, τινές μεν εκ του Ναυπλίου εν Πελοποννήσω, άλλοι δε εξ Αλβανίας, ενώπιον του Δυρραχίου».

Οι Αρβανίτες υπηρέτησαν επίσης στο στρατό του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491 – 1547) και του Henry Ε’ της Αγγλίας. Οι Αρβανίτες είχαν θέσεις σε πολλές ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχώρησαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και ως Έλληνες.

Από το σύνολο των μεταναστών, όσοι έφτασαν στην Πελοπόννησο και είχαν εγκατασταθεί σε δυσπρόσιτες ορεινές ζώνες, σχημάτιζαν συμπαγείς ομάδες. Καθώς συχνά δεν είχαν ενδοιασμό να τεθούν υπό τις διαταγές ενός ελληνόφωνου άρχοντα, που ήταν απευθείας απόγονος της παλαιάς αυτοκρατορικής δυναστείας, μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αποτέλεσαν βασική εστία αντίστασης στους Οθωμανούς. Με την υιοθέτηση κοινής στάσης, οι ελληνο-αρβανίτικες ενώσεις, διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στο Μακεδονικό Αγώνα (1903) όπως ο Βαγγέλης Κοροπούλης από την Μάνδρα.

Ανθρωπολογικές μελέτες
Στις ανθρωπολογικές έρευνες του Θεόδωρου Κ. Πίτσιου, οι Αρβανίτες αποτελούν αιγιακό πληθυσμό με διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τους Αλβανούς. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Η εξέταση αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων), μία στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο από όσο με τις γειτονικές τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα στατιστικά δενδρογράμματα ,ταυτόχρονης σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου».
Θ. Κ. Πίτσιος. Ανθρωπολογική Μελέτη του Πληθυσμού της Πελοποννήσου. Η Καταγωγή των Πελοποννήσιων. Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος Αρ. 2. Αθήνα, 1978.

Αυτή η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει πως οι Αρβανίτες ήταν μόνο Έλληνες που εν μέρει εξαλβανίστηκαν γλωσσολογικά εξαιτίας της κατοίκησης μεταξύ αλβανόφωνων πληθυσμών, περίπτωση παρόμοια με τους σύγχρονους αλβανόφωνους Βορειοηπειρώτες Έλληνες που μετανάστευσαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

* Οι εκδοχές είναι αρκετές (πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή, όπου αναφέρονται πολλά ιστορικά στοιχεία, με τον καθηγητή Φίλια και τον Βαλκανολόγο Αχιλλέα Λαζάρου). Κατά μία εκδοχή, η χώρα των Αλβανών βρισκόταν στην Υπερκαυκασία, κοντά στην Κασπία Θάλασσα, δίπλα στην Αρμενία και τη Γεωργία, μέχρι που τους διέλυσαν οι Ρωμαίοι τον 1ον μ.Χ. αιώνα. Πρωτεύουσα ήταν η Καμπάχα, ερείπιά της υπάρχουν και σήμερα. Μετά την καταστροφή από τους Ρωμαίους πολλοί Αλβανοί έφυγαν από την Υπερκαυκασία και ήρθαν στη Ιλλυρία. Κοντά στα σημερινά Τίρανα δημιούργησαν το χωριό Αλβανόν ή Άρβανον, στην περιοχή της σημερινής Κρόιας. Το χωριό αυτό για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Πτολεμαίο το Γεωγράφο, ως «Αλβανόπολις», και τον 11ο αιώνα από τους βυζαντινούς. Έτσι ονομάστηκαν Αλβανοί ή Αρβανίτες. Και σιγά σιγά άρχισαν να αυξάνονται, ενώ παράλληλα έφταναν εκεί κι άλλοι Ανατολίτες ή Σλάβοι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, οι σημερινοί Αλβανοί ήταν θρακικά φύλα από την Δαρδανία (σημερινή περιοχή των Σκοπίων) ή γερμανικά φύλα που αναμείχθηκαν με τους ντόπιους Ιλλυριούς.
** Το πιο χτυπητό παράδειγμα της διαφοράς ανάμεσα στον Έλληνα Αρβανίτη και στον Τουρκαλβανό, το συνειδητοποιεί κανείς με τους Σουλιώτες. Δίγλωσσοι κι εκείνοι, έδειξαν πόσο ψεύτικο είναι το επιχείρημα της αναγωγής σε μια άλλη εθνότητα με στοιχείο τη γλώσσα. Με ελληνικά ή με αρβανίτικα, τραγούδησαν και τραγουδήθηκαν τα κατορθώματά τους που τα ενέπνεε ένα και μόνο: Ή αγάπη για την ελευθερία, η ελληνική συνείδηση, το αδιαίρετο με τη μία έννοια Ελλάδα. Αγεφύρωτο το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τους Τουρκαλβανούς κι όχι μόνο. Και τους Λατίνους, τους Παπιστανούς, που τραγική επιβεβαίωση και το ίδιο το βόλι που σκότωσε τον πιο αγαπητό ίσως ήρωα του 1821, τον Σουλιώτη Μάρκο Μπότσαρη. Mια ακόμα απόδειξη είναι ότι και ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του, όταν αναφέρει τη λέξη «Αρβανίτης», εννοεί «Τουρκαλβανός». Και θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία για τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος θεωρείται από τους σημερινούς Αλβανούς, λίγο πολύ ως…συμπατριώτης τους. Ακόμα κι αν η αρβανίτικη καταγωγή των Κολοκοτρωναίων μπορεί να θεωρηθεί διερευνήσιμη, εν τούτοις το γεγονός ότι το 1769 ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής, μαζί με τα αδέλφια του Αποστόλη, Γιώργο και Αναγνώστη, είχε συντρίψει τους Αρβανίτες-Τουρκαλβανούς που μάστιζαν την Πελοπόννησο και το 1770 είχε συμμετάσχει στην εξέγερση του Μοριά κατά τα Ορλωφικά, ενώ το 1779 συμμετείχε στην εξόντωση των Τουρκαλβανών της Πελοποννήσου, είναι στοιχεία αδιαμφισβήτητα. Χαρακτηριστική είναι επίσης η αποστροφή του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του: «Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: “Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί”, και διέταξα και το έκοψαν».



Διαβάστε περισσότερα: http://www.pare-dose.net/?p=2746#ixzz1LgppaDxr

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ο Ελληνισμός της Αρμενίας

Του Ελευθέριου Χαρατσίδη, διδάκτορος Εθνολογίας

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ πληθυσμός της σύγχρονης Αρμενίας, σύμφωνα με στοιχεία του 1989, ήταν περίπου 8.000 άτομα. Ο πληθυσμός αυτός συγκροτήθηκε από ομάδες, οι οποίες εμφάνιζαν κοινωνικοπολιτιστικές ιδιαιτερότητες που συνδέονταν με την εθνική ιστορία και τις ασχολίες τους στην προηγούμενη πατρίδα τους. Η διαμόρφωση του ελληνικού πληθυσμού της Αρμενίας ήταν το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και πολύπλοκης ιστορικής διαδικασίας που συνδεόταν τόσο με την ιστορία των περιοχών προέλευσης, όσο και με την ιστορία της ίδιας της Αρμενίας.




Μεταλλωρύχοι

Η έλευση των Ελλήνων στην Αρμενία και ειδικότερα στις βορειοανατολικές περιοχές της, συνδέεται με την εξόρυξη και την κατεργασία χαλκού. Η πείρα και η δεξιοτεχνία τους στο συγκεκριμένο τομέα, ήταν γνωστή στους τοπικούς πρίγκιπες οι οποίοι καλούσαν Ελληνες μεταλλωρύχους για να αναπτυχθούν τα μεταλλεία τους. Ετσι, το 1763 προσκλήθηκαν από την Αργυ- ρούπολη (Γκιουμουσχανέ) Ελληνες μεταλλωρύχοι, οι οποίοι οργάνωσαν τις εργασίες στα ορυχεία της μονής Αχταλά, όπου σχημάτισαν οικισμό. Μερικά χρόνια αργότερα, σε απόσταση 10 χιλ. από το σημείο αυτό και κοντά σε ένα μεγάλο χυτήριο

δημιουργηθηκε απο Ελληνες ο οικισμός Μαντάν, ενώ ο αριθμός των Ελλήνων στο εργοστάσιο Σαμλούγκ και το ορυχείο Μπιαντίκ που λειτούργησαν στην περιοχή τα επόμενα έτη, έφθανε τα 1.000 άτομα.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η βασιλική κυβέρνηση δεν κατέβαλλε στους μεταλλωρύχους, οι οποίοι αντιμετώπιζαν ήδη δυσχέρειες, το συμφωνημένο ποσό για το χαλκό που παρέδιδαν. Οι εργαζόμενοι αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα ορυχεία και ασχολήθηκαν με τη γεωργία, σχηματίζοντας σε απόσταση 10-30 χλμ. από τα εργοστάσια, τα χωριά Κόγκας και Γιαγκντάν.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αι. Οι Ελληνες επιδίδονται στην κατεργασία μετάλλων στις περιοχές Ιτζεβάν και Ντιλιζάν, όπου χτίζουν δύο εργοστάσια. Στη συνέχεια περνούν στην επαρχία του Ζαγκεζούρ και αργότερα της Αλεξαντροπόλ. Η εσωτερική μετανάστευση που οφειλόταν στις έρευνες για τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων μετάλλων, οδήγησε στο σχηματισμό του οικισμού Νοβομιχάιλοβκα (σημερινό Ανκα- βάν, επαρχία Ραζντάν).


Στην επαρχία Ζαγκεζούρ, μια εταιρία Ελλήνων μεταλλουργών, ίδρυσε στη δεκαετία 1840, δύο εργοστάσια τα οποία στα τέλη του 19ου αι. εξελίχθηκαν σε μεγάλες μεταλλουργικές επιχειρήσεις. Στην ίδια επαρχία, τη δεκαετία 1850, κτίσθηκε ένα μεγάλο χυτήριο χαλκού που ανήκε στον Ελληνα Χαραλάμπη Κου

ντουροβ και σε δυο συνέταιρους του. Στην επαρχία Αλεξαντροπόλ, Ελληνες μεταλλουργοί οργάνωσαν το ορυχείο Σαγκάλι – Εϊλάρ μαζί με τον οικισμό Σισιμαντάν απ’ όπου το μετάλλευμα χαλκού πήγαινε για επεξεργασία στο Αλαβερντί.






Επαγγέλματα

Η μεγάλη εισροή Ελλήνων στην Αρμενία άρχισε μετά το ρωσοτουρ- κικό πόλεμο του 1827-1829 όταν μετοίκησε εκεί μεγάλος αριθμός Ελλήνων προσφύγων από τις περιοχές Καρς, Ερζερούμ και Μπαγιαζέτ. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην επαρχία της Αλεξαντροπόλ (σημερινό Λενινακάν κουμρί). Τότε δημιουργήθηκαν από Ελληνες αγρότες οι οικισμοί Σαριμπάς, Μπαϊ- τάρ και Μπαγιαντούρ, ενώ ελληνικός συνοικισμός («Ουρμνότς» ή «Ουινερί μαϊλά», δηλ. συνοικισμός των Ελλήνων») διαμορφώθηκε και μέσα στην ίδια την Αλεξαντροπόλ, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, το 1830 150 οικογένειες Ελλήνων. Η μεγάλη αυτή ομάδα προσφύγων αριθμούσε περισσότερους από 100 τεχνίτες και βιοτέχνες, μεταξύ των οποίων πολλοί ράφτες, καπελάδες, σιδεράδες, πελεκητές πέτρας κ.ά. Ενα από τα κυριότερα επαγγέλματα που ασκούσαν οι Ελληνες ήταν αυτό του κτίστη, με αποτέλεσμα να οικοδομηθούν υπέροχες εκκλησίες, μύλοι και κατοικίες. Ραγδαία ανάπτυξη παρατηρήθηκε και στο εμπόριο αφού τα καταστήματα που ανήκαν

στην ελληνικη κοινοτητα και στην εκκλησία (κτίστηκε το 1850 και ήταν αφιερωμένη στον Αγιο Γεώργιο) έφταναν τα 60.

Σύμφωνα με στοιχεία της απογραφής του 1897 στη βορειοανατολική Αρμενία (επαρχία Λορί) υπήρχαν περίπου 6000 Ελληνες, με κύριες ασχολίες την εξόρυξη μετάλλων και τη γεωργία. Αλλη περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς ήταν η επαρχία της Αλεξαντροπόλ (Λενινακάν, Κουρμί), με 2.500 περίπου Ελληνες. Στις περιφέρειες Νορμπα- γιαζέτ (περιοχή Ραζτάν) και Ζαγκε- ζούρ ζούσαν αντίστοιχα 179 και 380 Ελληνες.



20ς αιώνας

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι., ο αριθμός των Ελλήνων της Αρμενίας μειώνεται και ένα τμήμα έρχεται στην Ελλάδα. Το 1931 στην Αρμενική Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία ζούσαν 4.302 Ελληνες εκ των οποίων 3.903 στη βορειοανατολική Αρμενία, 411 στην περιοχή Ραζτάν και 688 στην περιοχή Στεπαναβάν.

Εως το 1988, η βασικότερη ομάδα Ελλήνων, περίπου 4.450 άτομα, ήταν κατανεμημένη στις περιοχές: Λορί (κωμοπόλεις Μαντάν, Σαμλούγκ, Μπιαντίκ), Στεπαναβάν (χωριό Γιαγ- τάν) και Ραζτάν (χωριό Ανκαβάν). Μικρές ομάδες Ελλήνων (συνολικά 3.200 άτομα), ζούσαν στις πόλεις Ερεβαν, Λενινακάν (σημερινή Κουμρί), Κιροβακάν, Στεπαναβάν, Αλαβερντί και Ραζντάν.



Πηγή: Καθημερινή

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Greek community brings all foundations under one roof

Bringing a total of 67 foundations under a single roof, the Greek community in Turkey has managed to get organized. ‘Such an entity existed 60 years ago,’ says one of the founders of the association, Dimitri Zotos. ‘We aim to build communication among foundations under the association’s roof. We will find out what the problems are and seek solutions,’ adds another founder, Anastasia-Sula Kapudağ
After a long struggle, Turkey’s Greek-descent Rum community is organizing and bringing 67 foundations under the roof of the Association for Supporting Rum Community Foundations, or Rum-VADER.

Located in the property of the Hagia Triada Church Foundation in Istanbul’s Taksim district, the association aims to resolve problems of the foundations with the assistance of experts. It will also organize cultural and social activities open to public.

Such an entity existed 60 years ago, said one the founding names of the institution, Dimitri Zotos, who is the president of the Kurtuluş Rum Orthodox Church Foundation in Istanbul’s Şişli district. “Sixty years ago, there was a high board supervising all foundations, but it was closed during the political turmoil in that period. We were unable to make elections from 1991 to 2008. Foundations are vulnerable to being exploited.”

Another founding member, Anastasia-Sula Kapudağ, summarized their objective as an effort to build communication between the foundations. “We will find out what the problems are and seek solutions through experts. We will also provide consultation for foundations with no income.”

Most Greek foundations are located in Istanbul and there are some real estate properties on Gökçeada and Bozcaada islands in the upper Aegean Sea.

Retrieval of historic buildings

The Justice and Development Party, or AKP, passed a bill on foundations in 2008 with a few regulations. Noting that the new law is crucial for the foundations, Zotos said, “Previously, we could not make elections in our foundations, but this problem was solved.”

“We were unable to close our schools even if they had no students and remained inactive. But the path has been cleared. We couldn’t receive donations from abroad, but now we can. The AKP government passed a ‘kind of revolutionary’ law. Of course, it has discrepancies, but I believe all will be fixed in time.”

Three historic Greek school buildings were closed in Istanbul recently. One of these buildings is the Kurtuluş Private Rum School, at which Zotos is both a teacher and the chairman of the foundation. “The closing is saddening, but we wanted it so because we didn’t have any students,” Zotos said. “There are a few students in classrooms and this has a negative impact on students’ psychologies. We are talking about historic buildings in the heart of Istanbul. They will be come back to life as culture centers, perhaps a guesthouse or a nursing home. Our goal is to keep these buildings up and running and provide income for the community’s institutions.”

Three historic schools to remain open

According to official data, the Greek population in Turkey stands at 3,000 and the number of Greek students is 200. The historic Zapyon, Zoğrafyan in Taksim and the Rum High School in Fener will be kept opened, Kapudağ said. “For now only Turkish citizens are being admitted to our schools. We want to give Greek students education opportunities after the required permissions are granted,” she said.

The schools announced to be closed recently included Ioakimian School in Fener, Private Arnavutköy Rum School (built in 1902) and Tatavla Boys School (built in 1887) in Sefa Square in Şişli.

Source : Hurriyet Daily News

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

Δίκη για το καθεστώς της νεκρής ζώνης στην Κύπρο

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΗΣ
ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑαπό το 1974 τίθεται υπό νομική αμφισβήτηση το καθεστώς της νεκρής ζώνης, μέσα από αγωγή που καταχώρησε ενδιαφερόμενη εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γυναίκα, ιδιοκτήτρια κατοικίας που βρίσκεται έναντι της Βρετανικής Υπάτης Αρμοστείας στη νεκρή ζώνη, αξιώνει με αγωγή που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αποζημιώσεις ύψους 350.000 ευρώ για απωλεσθέντα ενοίκια. Η ιδιοκτήτρια αναφέρει ότι τα Ηνωμένα Έθνη την εμποδίζουν από του να αξιοποιήσει την κατοικία της και γι' αυτό έχει απώλεια εσόδων τα τελευταία 37χρόνια.
Σημειώνεται ότι το υποστατικό χρησιμοποιείτο από τον Γενάρη του 2001 έως τον Δεκέμβρη του 2004 από τα Ηνωμένα Έθνη, ωστόσο στη συνέχεια το εγκατέλειψαν. Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2007 και χθες ήταν ορισμένη η ακρόασή της ενώπιον δικαστηρίου.

Μεταξύ άλλων, πέραν των αποζημιώσεων, αναμένεται να ξεκαθαρίσει νομικά το ερώτημα ποιος έχει τη νομική ευθύνη για τη διαχείριση της νεκρής ζώνης και κατ’ επέκταση τα ενοίκια που έχουν απωλεστεί μέχρι σήμερα και κυρίως αν η Δημοκρατία είναι υπόλογος μέσω των Ηνωμένων Εθνών (εκχώρηση της δικαιοδοσίας). Μέχρι σήμερα έχουν καταθέσει στο δικαστήριο η ενάγουσα, η μητέρα της και ένας εκτιμητής. Το ακίνητο βρίσκεται στη γωνία των οδών Σάββα Ροτσίδη και Νίκου Πολίτη, έναντι της Υπάτης Αρμοστείας.

Από πλευράς της Δημοκρατίας έχουν καταθέσει ένας λειτουργός του Κτηματολογίου, ο οποίος ανέφερε ότι η ενοικιαστική αξία των ακινήτων στη νεκρή ζώνη είναι μηδέν, καθώς και ένας λειτουργός του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Χθες αναμενόταν να καταθέσει λειτουργός του Υπουργείου Εξωτερικών, ωστόσο κρίθηκε πως η μαρτυρία του δεν ήταν απαραίτητη. Το δικαστήριο έχει ορίσει τις 12 Μαΐου ως ημέρα που οι δύο πλευρές θα αγορεύσουν πριν την έκδοση της απόφασής του.

Σημειώνεται ότι είναι η πρώτη φορά που εγείρεται τέτοιο θέμα ενώπιον της Δικαιοσύνης και το αποτέλεσμα θα είναι καθοριστικό και για άλλους ιδιοκτήτες ακινήτων εντός της νεκρής ζώνης.
Source : ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Το ξεκλήρισμα των εγκλωβισμένων στην Καρπασία της Κύπρου

ΤΟΥΒΑΣΟΥΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Οι κάτοικοι των χωριών της χερσονήσου της Καρπασίας σε ορισμένα χωριά μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και είναι κυριολεκτικά ζήτημα χρόνου να εξαφανιστούν αν ληφθεί υπόψη το γεγονός πως ποσοστό πέραν του 40% των εγκλωβισμένων είναι συνταξιούχοι.




Με βάση τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών στο Ριζοκάρπασο απέμειναν 241 εγκλωβισμένοι, στην Αγία Τριάδα 85, στον Άγιο Θέρισσο 6, στον Άγιο Αντρόνικο 2 και στο Λεονάρισσο 4. Συνολικά τον Σεπτέμβριο του 1974 στην Καρπασία υπήρχαν 20.000 Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι σε σχέση με 338 που υπάρχουν σήμερα.

Η πολιτική της άλλης πλευράς, όπως προκύπτει και εκ του αποτελέσματος, ήταν η εκδίωξη όλων των Ελληνοκυπρίων ή η παραμονή αριθμού ο οποίος δεν θα επηρέαζε τον εποικισμό των κατεχομένων.

Με βάση τα στοιχεία που είχαν κατατεθεί από το Γ.Γ.του ΟΗΕ στο Συμβούλιο Ασφαλείας μεταξύ 1974-2001, ο αριθμός των εγκλωβισμένων μειώθηκε ως εξής:

Τον Σεπτέμβρη του 1974 υπήρχαν 20.000 εγκλωβισμένοι, τον Οκτώβρη μειώθηκαν στις 15.000, τον Ιούνη του 1975 μειώθηκαν στους 10.500 και το Δεκέμβρη του ιδίου χρόνου έπεσαν κάτω από τις 10.000 και συγκεκριμένα έμειναν 9.000. Τον Ιούνη του 1976απέμειναν 7.371, τον Οκτώβρη 4.817 και το Δεκέμβρη του ιδίου χρόνου έμειναν 3.631. Τον Ιούνη του 1977 έπεσαν στις 2.000 και τον Οκτώβρη έμειναν 1.882 για να μείνουν 1814 μέχρι το Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου. Τον Μάιο του 1978 απέμειναν 1731, το Νοέμβριο 1.602 και τον Δεκέμβρη 1.572. Τον Μάιο του 1979 έμειναν 1.548, το Νοέμβριο 1.482 και τον Δεκέμβρη 1.421. Τον Ιούνιο του 1980 έμειναν 1.314, το Νοέμβριο 1.210 και τον Δεκέμβριο 1.206. Τον Μάιο του 1981 έμειναν 1.180, το Νοέμβριο 1.086 και τον Δεκέμβριο 1.076. Τον Ιούνιο του 1982 έμειναν 1.050, και τον Δεκέμβριο έπεσαν για πρώτη φορά κάτω από τους 1.000 και έκτοτε δεν επανήλθαν. Τον Μάιο του 1983 έμειναν 921 εγκλωβισμένοι, τον Ιούνιο 914 και το Δεκέμβριο 879. Τον Ιούνη του 1984 έμειναν 844 και τον Δεκέμβρη έμειναν 788. Τον Μάιο του 1985 έμειναν 767 και το Νοέμβριο 727.

Το 1986 έμειναν 723 και το Νοέμβριο 699. Τον Μάιο του 1987 έμειναν 678 και το Νοέμβριο 661. Τον Μάιο του 1988 έμειναν 652 και το Νοέμβριο 639. Τον Μάιο του 1989 έμειναν 620 και τον Δεκέμβριο 611. Τον Μάιο του 1990 απέμειναν 593 και τον Δεκέμβριο 597. Τον Μάιο του 1991 έμειναν 576 και το Νοέμβριο 564. Τον Μάιο του 1992 έμειναν 551 και τον Δεκέμβριο 544. Τον Ιούνιο του 1993 έμειναν 534 και το Νοέμβριο αυξήθηκαν στους 544. Τον Ιούνιο του 1994 έμειναν 535 και τον Δεκέμβριο 527. Τον Ιούνιο του 1995 έμειναν 520 και τον Δεκέμβριο 492. Τον Ιούνιο του 1996 έμειναν 487 και τον Δεκέμβριο 486. Τον Ιούνιο του 1997 έμειναν 479 και τον Δεκέμβριο 477. Τον Ιούνιο του 1998 έμειναν 462 και τον Δεκέμβριο 458.

Τον Ιούνιο του 1999 έμειναν 453 και το Νοέμβριο 432. Τον Μάιο του 2000 έμειναν 427 και τον Δεκέμβριο 428, όσοι καταμετρήθηκαν και τον Μάιο του 2001.

Εγκλωβισμένοι δεν υπήρχαν μόνο στην Καρπασία αλλά και σε άλλες περιοχές. Συγκεκριμένα στις 4 Αυγούστου 1975 υπήρχαν 136 εγκλωβισμένοι στην Κερύνεια, 47 στο ξενοδοχείο DΟΜΕ(επίσης στην Κερύνεια), 451 στο Μπέλλα Πάις, 180 στον Άγιο Επίκτητο, Πέντε στην Αγία Ειρήνη, 16 στο Διόριος, 19 στη Θέρμια, 109 στο Καζάφανι, 54 στον Καραβά, 35 στο Καράκουμι, 5 στον Κορμακίτη (Ελληνοκύπριοι), 131 στη Λάπηθο και 46 στη Μύρτου. Συνολικά στην επαρχία Κερύνειας υπήρχαν 1.223 εγκλωβισμένοι. Όσον αφορά τους Μαρωνίτες υπήρχαν 979 εκ των οποίων 65 στον Ασώματο, 79 στα Καρπάσια και 835 στον Κορμακίτη. Στην επαρχία Αμμοχώστου υπήρχαν 7.733 εκ των οποίων 13 στον Απόστολο Αντρέα, 542 στον Άγιο Ανδρόνικο, 29 στον Άγιο Θεόδωρο, 1.010 στην Αγία Τριάδα (σήμερα έμειναν 85), 261 στο Βασίλι, 387 στο Βαθύλακα, 32 στη Βοκολίδα, 30 στα Γαστριά, 1.841 στη Γιαλούσα, 360 στην Επτακώμη, 28 στο Κοιλάνεμος, 137 στην Κώμα του Γιαλού, 148 στην Κώμη Κεπήρ, 423 στο Λεονάρισσο (σήμερα τέσσερις), 146 στη Λυθράγκωμη, 108 στη Μελάναγρα, 173 στη Νέτα, 94 στο Πατρίκι, 1.925 στο Ριζοκάρπασο και 46 στην Ταύρου.

Εξάλλου, υπήρχαν άλλοι τρεις στον Απόστολο Βαρνάβα και 123 στο Τρίκωμο. Συνολικά ο αριθμός των εγκλωβισμένων ανερχόταν στους 10.071 εκ των οποίων οι 979 Μαρωνίτες.

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ 3ης ΒΙΕΝΝΗΣ
Με βάση τη Συμφωνία της 3ης Βιέννης (31 Ιουλίου-2 Αυγούστου 1975) ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων στα υπό την κατοχή του τουρκικού στρατού εδάφη δεν θα έπρεπε να αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με το τι ίσχυε το 1974 αφού πρόνοιες της συμφωνίας περιελάμβαναν και τα εξής: -Ο κ. Ντενκτάς επαναβεβαίωσε και συμφωνήθηκε ότι οι Ε/κ που βρίσκονται τώρα στον Βορρά είναι ελεύθεροι να παραμείνουν εκεί και ότι θα τους δοθεί κάθε βοήθεια να διάγουν κανονική ζωή περιλαμβανομένων διευκολύνσεων για εκπαίδευση, για άσκηση της θρησκείας τους, όπως επίσης και ιατρική περίθαλψη από δικούς τους γιατρούς, καθώς και ελευθερία διακίνησης στον Βορρά. -Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα έχει ελεύθερη και κανονική προσπέλαση στα ελληνοκυπριακά χωριά και οικισμούς που βρίσκονται στον Βορρά. -Σε σχέση με την εφαρμογή της παραπάνω συμφωνίας θα δοθεί προτεραιότητα στην επανένωση οικογενειών που μπορεί να συνεπάγεται μετακίνηση ενός αριθμού Ελληνοκυπρίων που βρίσκονται στον Νότο, προς τον Βορρά.

Source :ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Περιουσιακές διευθετήσεις στον Πόντο

Turkey has agreed to a “friendly settlement” in a 50-year-old land dispute with the residents and their descendants of a small neighborhood in Samsun following mediation from the European Court of Human Rights.

Ankara will pay 5,000 euros to three of the complainants, as well as 3,500 euros to the other 100 complainants in the land case that dates from 1961. Turkey has also agreed to pay 3,000 euros in lawyers’ fees, bringing the total compensation figure to 368,000 euros.

By agreeing to the “friendly settlement,” Turkey will avoid another potential case being decided against it at the European court in Strasbourg. It is also expected that the settlement could form a precedent for similar cases in the future.

The case, which was originally opened by residents from Yörükler, a neighborhood in the Black Sea province’s Ondokuzmayıs district, was taken to the European court in 2006 after lawyers argued that the inhabitants’ right to a fair trial was violated by the failure of judicial authorities to settle a land registry case for a 3,782-hectare piece of land “within a reasonable period of time.”

The European court first asked Ankara in September 2009 whether it would prefer to settle out of court rather than be sentenced again.

Turkey has received some of the most convictions among all European countries bound by the Strasbourg-based court.

The court accepted the application in 2009 and asked Ankara in September whether they wanted a “friendly settlement” with the other side. By choosing the “friendly settlement” option with the complainants through the court, Ankara was able to avoid receiving a sentence for violating the right to a fair trial in front of the European court. The decision by Ankara serves as a model for the right holders who are in similar conditions in the region.

In the lobbies of the European court, when the judicial opinion of the court concerning a fair trial was taken into consideration, it was signaled that every other choice except a friendly settlement meant a conviction for Ankara.

On the subject of the length of time it takes to process a court case, Turkey carries the trait of being the second-most European country sentenced by the European court, following Italy.

Source : Hurriyet Daily News

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Αποζημίωση και επιστροφή ακινήτων στην Τένεδο

Του ανταποκριτή μας Α. Αμπατζή
Ολοκληρώθηκε υπέρ της κοινότητας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Τένεδο η διαδικασία αποζημίωσης και επιστροφής των ακινήτων που είχαν δημευθεί, μετά από απόφαση που είχε λάβει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).Η διαδικασία ολοκληρώθηκε μετά την απόφαση που έλαβε προχτές 30 Μαρτίου Πρωτοδικείο στην Τένεδο (διαδικασία κτηματογράφησης), αλλά με τρόπο πρωτότυπο, αφού οι τουρκικές αρχές είχαν εφαρμόσει την απόφαση του ΕΔΑΔ προτού ακόμη συνέλθει το τουρκικό Δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο δίκης.
Το ΕΔΑΔ στις 6 Οκτωβρίου 2009 είχε κρίνει ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας λόγω της δήμευσης οκτώ ακινήτων της κοινότητας, η οποία είχε κάνει ισάριθμες προσφυγές. Από αυτές για τις πέντε περιπτώσεις το ΕΔΑΔ επιδίκασε αποζημίωση 173.000 ευρώ, ενώ για τα υπόλοιπα τρία ακίνητα έκρινε ότι πρέπει να επιστραφούν.
Μετά την απόφαση αυτή του ΕΔΑΔ, η κλασσική νομική διαδικασία ήταν να ζητηθεί αναψηλάφηση από το τουρκικό δικαστήριο που είχε αποφασίσει τη δήμευση. Πράγμα που ζητήθηκε από πλευράς κοινότητας. Η δίκη είχε οριστεί για τις 30 Μαρτίου.
Η τουρκική πλευρά, στις 27 Απριλίου 2010 είχε καταβάλει το ποσό των 173.000 ευρώ που είχε επιβληθεί ως πρόστιμο. Ένα χρόνο αργότερα και προτού περιμένει την αναψηλάφηση στο δικαστήριο, προχώρησε και στην κτηματογράφηση υπέρ της κοινότητας, δηλαδή στην επιστροφή των τριών ακινήτων.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2011 η διεύθυνση δημοσίων κτημάτων της νομαρχίας Δαρδανελίων με έγγραφό της προς τη διοίκηση επαρχίας της Τενέδου ζήτησε την "άμεση μεταβίβαση" των τίτλων των τριών ακινήτων στην κοινότητα, δηλαδή την εγγραφή τους στο κτηματολόγιο, υπέρ της κοινότητας. Στο έγγραφο γινόταν λόγος για την απόφαση του ΕΔΑΔ.
Μία μέρα αργότερα, στις 4 Φεβρουαρίου, η διοίκηση επαρχίας ζήτησε την εγγραφή των τίτλων από τη διεύθυνση κτηματολογίου Τενέδου. Στο έγγραφο αυτό αναφέρθηκαν λεπτομερώς οι περιπτώσεις των πέντε ακινήτων για τα οποία καταβλήθηκε η αποζημίωση των 173.000 ευρώ και των τριών ακινήτων η μεταβίβαση των οποίων ζητήθηκε. Τελικά η διεύθυνση κτηματολογίου, στις 8 Φεβρουαρίου 2011 προχώρησε στην εγγραφή των τίτλων υπέρ της κοινότητας.
Σύμφωνα με μία άποψη, στο γεγονός ότι η Τουρκία προχώρησε στην άμεση διευθέτηση της υπόθεσης και την εφαρμογή της απόφασης του ΕΔΑΔ ως προς την εγγραφή των τίτλων, συνέβαλε το ότι ήταν η περίοδος κατά την οποία είχε την προεδρία στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στο οποίο υπάγεται το ΕΔΑΔ. Η Τουρκία ανέλαβε την εξάμηνη προεδρία στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Μετά από όλα αυτά, το Δικαστήριο στην Τένεδο συνήλθε προχτές μετά το αίτημα αναψηλάφησης, αλλά αποφάσισε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο για τι δίκη, αφού στο μεταξύ έχει εφαρμοστεί η απόφαση του ΕΔΑΔ. Την άποψη αυτή εξέφρασαν κατά την ακροαματική διαδικασία οι δικηγόροι και της κοινότητας, αλλά και του τουρκικού θησαυροφυλακίου. Η απόφαση είναι εφέσιμη.
Την όλη υπόθεση χειρίστηκε από πλευράς κοινότητας ο δικηγόρος Ιωάννης Κτιστάκις, νομικός σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ο τούρκος συνεργάτης του Τζεμ Σοφούογλου οι οποίοι είχαν χειριστεί και την υπόθεση της επιστροφής του κτιρίου του Ορφανοτροφείου Πριγκήπου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ενώπιον του ΕΔΑΔ.
http://web.ana-mpa.gr

Διάλεξη για την ελληνική διάλεκτο της Καππαδοκίας

Διάλεξη με τίτλο «Επανεξετάζοντας τον κάπως διαφορετικό αλλά παρόλα αυτά ελληνικό χαρακτήρα της διαλέκτου της Καππαδοκίας» (Revisiting the somewhat different but nevertheless Greek character of the dialect of Cappadocia» θα δώσει ο Πέτρος Καρατσαρέας, ερευνητής του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ (τμήμα Γλωσσολογίας), τη Δευτέρα 4 Απριλίου. Σύμφωνα με τον ομιλητή, τα ελληνικά της Καππαδοκίας είναι μια μοντέρνα ελληνική διάλεκτο που μιλιόταν στο οροπέδιο της Καππαδοκίας από μια πληθυσμιακή ομάδα ορθόδοξων Ελλήνων μέχρι το 1924, οπότε υπεγράφη η Συνθήκη της Λοζάνης και οι άνθρωποι αυτοί μεταφέρθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Πολύ πριν από το γεγονός αυτό, όμως, οι ελληνόφωνοι της Καππαδοκίας είχαν έρθει σε επαφή με τους τουρκόφωνους πληθυσμούς. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται να αναφερθεί στην εποχή που οι Σελτζούκοι Τούρκοι εισβάλλουν σε διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας, αλλά και παλιότερα, πριν το 1071, όταν τα βυζαντινά στρατεύματα ηττώνται στη Μάχη του Μάντζικερτ.

Η απομόνωση ωστόσο των ελληνόφωνων πληθυσμών της περιοχής, που ήταν αποτέλεσμα διαφόρων γεγονότων (όπως ο διαχωρισμός των Καππαδόκων από το ελληνικό διοικητικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης, ο εξελληνισμός του μεγαλύτερου τμήματος της Μικράς Ασίας και η επακόλουθη διάλυση και πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453), βοήθησε στην ανάπτυξη της διαλέκτου.

Η διάλεκτος παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουν ρίζες στα πιο πρώιμα στάδια της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, καθώς και πολλές μοναδικές γραμματικές ιδιαιτερότητες. Όπως για παράδειγμα, η απώλεια της διάκρισης του γένους στα ουσιαστικά σε αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο.

Στη διάλεκτο αυτή όλα τα ουσιαστικά συμπεριφέρονται ως ουδέτερα, καθώς συνδυάζονται με ουδέτερα άρθρα και επίθετα. Για παράδειγμα, στα καππαδοκικά λένε «καλό άνθρωπος» και «το θύρα», όταν στην πρότυπη ελληνική γλώσσα λέμε «καλός άνθρωπος» και «η θύρα».

Σύμφωνα με τους ερευνητές και κυρίως τον MacGillivray Dawkins, ο οποίος έχει μελετήσει ευρέως τη διάλεκτο της Καππαδοκίας, τέτοιες ιδιαιτερότητες θυμίζουν τη δομή της τουρκικής γραμματικής. Ο ίδιος μάλιστα είχε δηλώσει χαρακτηριστικά:

«Το σώμα της διαλέκτου έχει παραμείνει ελληνικό, η ψυχή της όπως είναι τουρκική», άποψη που έχει επικρατήσει στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία μέχρι σήμερα. Η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο των διαλέξεων Upper House Seminars της Βρετανικής Σχολής Αθηνών
Source : http://www.protothema.gr

...