Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Η ελληνική παιδεία στην Πελαγονία (πΓΔΜ)




Ελληνικό Γυμνάσιο Μοναστηρίου
Του Θωμά Σιδέρη

Από τα τέλη του 18ου αιώνα κιόλας τοΜοναστήρι, η καρδιά της Πελαγονίας, αναδεικνύεται σε σπουδαίο πνευματικό και εκπαιδευτικό κέντρο.
Το πρώτο ελληνικό σχολείο ιδρύθηκε το 1830 από το Δημήτριο Βαρνάβα. Τα περισσότερα, βέβαια, διδακτήρια ανεγέρθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Πελαγονίας το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με την οικονομική και ηθική υποστήριξη των ελληνόφωνων και βλαχόφωνων κοινοτήτων, της Ιεράς Μητρόπολης Πελαγονίας, του Ελληνικού Προξενείου, αλλά και με την αρωγή που απλόχερα προσέφεραν οι απόδημοι Μοναστηριώτες και κυρίως, οι ικανότατοι έμποροι που όργωναν στην κυριολεξία τη Βαλκανική και άφηναν το αποτύπωμά τους στις μεγάλες πόλεις και στα πολυσύχναστα λιμάνια της Ευρώπης.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του Edward Stanford το 1877 στην επισκοπή Καστοριάς, Πελαγονίας, Βελούσας, Κορυτσάς και Βοδενών υπήρχαν 111 σχολεία, στα οποία φοιτούσαν συνολικά 5.361 μαθητές. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Ιωάννης Καλοστύπης υπολόγιζε «το ολικόν άθροισμα των εν Μακεδονία ελληνικών Σχολείων» στα 846 εκπαιδευτήρια με την εξής κατανομή: 3 Γυμνάσια, 3 Διδασκαλεία, μία Ιερατική Σχολή, 71 Ελληνικά Σχολεία, 74 Παρθεναγωγεία, 283 Δημοτικά, 80 Νηπιαγωγεία και 331 Γραμματοδιδασκαλεία, ενώ ο συνολικός αριθμός των μαθητών ανερχόταν σε 45.870 παιδιά και εφήβους.

Τα «Τσούφλεια Εκπαιδευτήρια» Γευγελής
(1890-1913, Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)
Το Μοναστήρι στα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν μία Βαβέλ εθνοτήτων και θρησκειών. Μουσουλμάνοι, χριστιανοί, εβραίοι και προτεστάντες αναζητούσαν το δικό τους καθαρτήριο ψυχών, ενώ τους δρόμους του Μοναστηρίου και τα χωριά της Πελαγονίας περιδιάβαιναν Οθωμανοί, Έλληνες, Αρμένιοι, Βούλγαροι, Τσιγγάνοι και διάφοροι Ευρωπαίοι.
Εξαιτίας αυτής της πληθυσμιακής σύνθεσης, η κοινωνική δομή του Μοναστηρίου ήταν ευμετάβλητη και οι ισορροπίες πιο εύθραυστες, ακόμα και από αυτούς τους ύαλους των Σεβρών. Ως εκ τούτου, η γη της Πελαγονίας αποδεικνυόταν το πλέον πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν σαν παραφυάδες διάφορες μορφές προπαγάνδας.
Οι κυριότερες από αυτές ήταν η βουλγαρική, κυρίως μετά το 1870 και αφότου ιδρύθηκε η αυτοκέφαλη βουλγαρική Εκκλησία και η ρουμανική, με βασικό πρωταγωνιστή τον Απόστολο Μαργαρίτη, βλάχικης καταγωγής. Για να επιτύχουν τους σκοπούς τους οι προπαγάνδες αυτές, προέβαιναν σε αθρόα ίδρυση οργανώσεων, αποστολών, εκκλησιών και σχολείων. Για το λόγο αυτό και ο Μαργαρίτης, υποκινούμενος από την Αυστρία και με την άμεση οικονομική ενίσχυση του Βουκουρεστίου ίδρυσε ρουμανικά σχολεία σε πολλά βλάχικα χωριά της βόρειας Μακεδονίας. 

Tο «Aλφαβητάριον» πρωτοεκδόθηκε από τον
Aναστάσιο Γ. Zάκλη στο Mοναστήρι
(«Tύποις Eμπορικού Tυπογραφείου») το 1911.
Διαβάστε: εδώ 
Ταυτόχρονα, την περίοδο αυτή περιδιαβαίνουν την Πελαγονία διάφοροι περιηγητές. Ένας από αυτούς, οΒικτόρ Μπεράρ επισκέπτεται τη Μακεδονία στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα. Ο Μπεράρ γεωγράφος, ελληνιστής και βαθιά ρομαντικός, δίνει τη δική του εκδοχή για το πολυεθνικό Μοναστήρι.
«Στη χριστιανική συνοικία του μοναστηριού είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα και τα τζάμια, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του έλληνα στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα, μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη.
Μουσουλμανικό το Μοναστήρι στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα ξενοδοχεία της ανατολής, στους πύργους της Ανατολής, τους πύργους του Άιφελ, στα μπαλκόνια με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρελαίου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο. Αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε στα μάτια μας…».
Το τρένο διέσχιζε τις εύφορες πεδιάδες της Πελαγονίας. Αρκετά χρόνια ενωρίτερα οι αδελφοί Ιωάννηςκαι Θεοχάρης Δημητρίου και ο Δημήτριος Μουσίκος, μεγάλοι ευεργέτες και δωρητές των διδακτηρίων του Μοναστηρίου, είχαν χαράξει τους δικούς τους προσωπικούς δρόμους. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η οικονομική και πνευματική άνθηση του Μοναστηρίου επέδρασε θετικά στην ανάπτυξη και των γειτονικών κοινοτήτων.

Μπρίστινα (Πρίστινα - Κόσοβο)
Μαθητές ελληνικού σχολείου με τον ιερέα.
Σπουδαία διδακτήρια και αξιοζήλευτο εκπαιδευτικό έργο συναντούμε και στοΜεγάροβο, στο Τύρνοβο, στη Νιζόπολη, στη Νεγκοβάνη, στο Κρούσοβο, στηΜηλόβιστα, στο Γκόπεσι, στη Νέβεσκα, στον Περλεπέ, στη Ρέσνα, στηΜπελκαμένη και αλλού.
Το 1900 στα σχολεία του Μοναστηρίουφοιτούσαν 2.800 μαθητές και ανάμεσα στους σοφούς δασκάλους τους συγκαταλεγόταν και ο «αδάμαστος εις φρόνημα γυμνασιάρχης Τζουμετίκος και ουδεμία πρωτεύουσα νομού της ελευθέρας Ελλάδας παρουσίαζε την εκπαιδευτικήν οργάνωσιν του Μοναστηρίου κατά την εποχήν αυτήν».
Σύμφωνα με τη «Στατιστική της επαρχίας Πελαγονίας κατά το σχολικόν έτος 1907-1908» σε ολόκληρη την επαρχία υπήρχαν 54 ελληνικά εκπαιδευτήρια με 4.644 μαθητές (1.983 αγόρια, 916 κορίτσια, 1.765 νήπια) και 136 εκπαιδευτικούς.

Το ελληνικό σχολείο της Νιζόπολης.
Στη φωτογραφία απεικονίζονται οι μαθητές του σχολείου,
κάτοικοι του χωριού και εκπρόσωποι του τοπικού κλήρου
(χαρακτηριστική είναι η παρουσία του μητροπολίτη).
Το σχολικό έτος 1912-1913 ήταν η τελευταία χρονιά λειτουργίας των ελληνικών σχολείων στην Πελαγονία.Στα φαιοπράσινα βαγόνια του σιδηροδρομικού σταθμού Μοναστηρίου επικάθισαν γρήγορα, σα σκόνη, οι προσδοκίες για ένωση με την Ελλάδα.
Στις σκοτεινές σκευοφόρους, όμοιες με φαντάσματα, στοιβάχτηκαν πρόχειρα τα υπάρχοντα των Ελλήνων Μοναστηριωτών, τα υπάρχοντα της προσφυγιάς.
«Κατά το τελευταίον σχολικόν έτος 1912 ο ολικός αριθμός των φοιτώντων ανήρχετο εις 2.595 μαθητάς και μαθητρίας, το δε προσωπικόν των διδασκόντων εις 67. Και ούτω εις το εξατάξιον Γυμνάσιον εφοίτων 250 μαθηταί, εις την Κεντρική Αστικήν 518, εις την Β’ Δημοτικήν 173, εις το Οικονόμειον Νηπιαγωγείον 86, εις την δημοτικήν Σχολήν Γενή 65, εις το Νηπιαγωγείον Γενή 72, εις την Δημοτικήν Αρναούτ 78, εις το Νηπιαγωγείον Αρναούτ 91, εις το Κεντρικόν Νηπιαγωγείον 164, εις το Νηπιαγωγείον των Κήπων 213, εις τας δύο σχολάς των λόφων (Μπαΐρ) 65, εις την Δημοτικήν Λεικής Βρύσης 62, εις το Κεντρικόν Παρθεναγωγείον 686 μαθήτριαι και εις το διδασκαλείον 62 μαθηταί».
Πηγή: εδώ



Πηγή βίντεο: Florinamak (youtube)

Ελληνική Αστική Σχολή Μοναστηρίου
Ελληνικό Σχολείο Μοναστηρίου
Ελληνικό Γυμνάσιο Μοναστηρίου
Κεντρική Αστική Σχολή Αρρένων Μοναστηρίου
Κεντρική Αστική Σχολή Αρρένων Μοναστηρίου
Γυμναστικές επιδείξεις Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου
ΤΕΧΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ-ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΠΟΡΩΝ ΚΟΡΑΣΙΩΝ
''Η ΕΡΓΑΝΗ ΑΘΗΝΑ''
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΟΜΟΥΣΩΝ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
Νηπιαγωγείο - Παρθεναγωγείο
Κεντρικό Παρθεναγωγείο Μοναστηρίου
Γυμναστικές επιδείξεις σε ελληνικό σχολείο στη Γευγελή
Πηγή φώτο: εδώ
Νιζόπολη - Το ελληνικό σχολείο και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής
Μεγάροβο
Πηγή φώτο: εδώ
Συλλογική αναμνηστική φωτογραφία σε εξωτερικό χώρο, η οποία απεικονίζει τα μέλη της Ελληνικής Κοινότητας Μεγάροβου, κατά τη διάρκεια των ετήσιων εξετάσεων στο σχολείο. Στο κέντρο διακρίνεται ο μητροπολίτης Μοναστηρίου Βασίλειος, καταγόμενος από την Αγχίαλο.

Αναμνηστική φωτογραφία ελληνοβλάχων μαθητών και δασκάλων
από το Μεγάροβο και το Τύρνοβο το 1910.
Πηγή φώτο: εδώ
Κρούσοβο - 1853

Έγγραφο διαθήκης του 1853 προς ενίσχυση του τοπικού σχολείου. Διακρίνεται η κοινοτική σφραγίδα Κρουσόβου με τη θεά Αθηνά.
Πηγή: Το Κρούσοβο πέρα από την ιστορία και τη μνήμη: όψεις από την οικονομία, την εκπαίδευση και την κοινωνία του Κρουσόβου, ως την εξέγερση του ίλιντεν, μέσα από το αρχείο του Γ. Νιτσιώτα(Σταμούλης: Θεσσαλονίκη)

Το ελληνικό σχολείο της Νιζόπολης: 


Πηγή βίντεο: Florinamak (youtube)

Οι Ελληνες των Σκοπίων -Γευγελή(Βίντεο)


Γευγελή(Βίντεο)



Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ειδομένης. Μετά την Επανάσταση του 1821, η οθωμανική διοίκηση μετέφερε μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την Ανατολία για να δημιουργήσει φιλικούς προς αυτήν πληθυσμιακούς θύλακες. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε 10.000 κατοίκους από τους οποίου 6-7.000 ήταν Έλληνες. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1902, στη Γευγελή με τα 25 χωριά της κατοικούσαν 17.700 Έλληνες ορθόδοξοι, 17.500 μουσουλμάνοι και 8.100 Βούλγαροι εξαρχικοί.
Η οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας της επέτρεψε να ιδρύσει ευαγή ιδρύματα και σχολεία. Πριν την Επανάσταση του 1821 υπήρχαν δύο ελληνικά σχολεία που ονομάζονταν «Μακεδονική Φάλαγγα» και «Τσούλφειος Σχολή». Υπήρχαν επίσης και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις με την ονομασία «Αδελφότης Κυριών» και «Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών».
Στις αρχές του 20ου αιώνα στην πόλη λειτουργούσαν 5 ελληνικά σχολεία, 1 οθωμανικό και 1 βουλγαρικό. Το 1903 εγκαινιάζεται το κτίριο της «Αστικής Σχολής Γευγελής» με πρώτο διευθυντή τον Στρωμνιτσιώτη εκπαιδευτικό Ιωάννη Κωνσταντινίδη.
Η κατάληψη της Γευγελής από τους Σέρβους σηματοδότησε το τέλος της ακμής της. Η καταπίεση συνεχίστηκε και κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο. Το 1947 οι αρχές εκτόπισαν τους Σαρακατσάνους σε απόσταση 160 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Με σχετικό νόμο όρισαν ως ποινικό αδίκημα τα να πλησιάζουν τα σύνορα σε απόσταση μικρότερη των 70 χιλιομέτρων. Το 1963-68, περίπου 4.000 Σαρακατσάνοι, μεγάλο μέρος των οποίων καταγόταν από τη Γευγελή, εκδιώκεται για την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Νέο Κορδελιό Θεσσαλονίκης. (Πηγή: Οι Ελληνες στη FYROM – του Βλάση Αγτζίδη)
Οι κάτοικοι της περιοχής Γευγελής συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821. Σημαντικοί Έλληνες αγωνιστές ήταν οι οπλαρχηγοί καπετάν Θανάσης και Νταβέλης. Γευγελιώτης ήταν ο Γεώργιος Βαφόπουλος, ο ποιητής “της Μακεδονίας”. Κατά το Μακεδονικό Αγώνα, ο Δημοσθένης Κύρου συντονίζε και οργάνωνε την άμυνα των Ελλήνων σε όλη την περιοχή. Στη Γευγελή επίσης, ενεργοποιήθηκαν τα σώματα των Χρήστου Δέλλιου και Σίμου Μάλιου.
Οι Βλάχοι της Γευγελής πήραν μέρος, στο 28ο Αντάμωμα των Βλάχων, στην Καλαμπάκα, τον Ιούνιο του 2012.

Θανάσης Στεργίου. Ο Έλληνας δάσκαλος στην FYROM.




Στις κατασκηνώσεις του δήμου Αθηναίων στον Άγιο Ανδρέα φιλοξενήθηκαν το περασμένο καλοκαίρι, 14 Ελληνόπουλα από το Μοναστήρι (Bitola) των Σκοπίων, με τον 75χρονο δάσκαλό τους κ.Θανάση Στεργίου, που είναι και πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου ¨Μάτι”.
Τα παιδιά είναι από οικογένειες βλαχόφωνων και ελληνόφωνων της πόλης, που διατηρούν ακέραιη την ελληνική τους ταυτότητα, παρά τις μεθοδεύσεις των Σκοπιανών και τα εμπόδια που θέτει το επίσημο ελληνικό κράτος, μέσω των διπλωματικών του εκπροσώπων στα Σκόπια.
Ο κ.Στεργίου, παρά τη μεγάλη του ηλικία, εξακολουθεί να μαθαίνει τα ελληνικά, όχι μόνο σε Ελληνόπουλα της περιοχής, αλλά και σε παιδιά Σκοπιανών, που θέλουν να μάθουν τη γλώσσα.
Δείτε ΟΛΟΚΛΗΡΟ το παραπάνω βίντεο ντοκουμέντο, για τον Ελληνισμό στα Σκόπια που αντιστέκεται.

Έλληνες φωτογράφοι στο Μοναστήρι



Του Άλκη Ξ. Ξανθάκη
Ιστορικού Φωτογραφίας
Διευθυντού Σχολής Φωτογραφίας ΑΚΤΟ


Ηλικιωμένο ανδρόγυνο Ελλήνων Μοναστηριωτών σε αναμνηστική φωτογραφία (imperia) τραβηγμένη στο στούντιο του Γεωργίου Λιόντα στο Μοναστήρι (Φώτο αριστερά).

Από τα μέσα του 19ου αιώνα το Μοναστήρι είχε μεγάλη οικονομική άνθηση, αποτέλεσμα εμπορικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας που δημιουργήθηκε στην περιοχή. 
Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου ήταν έντονη με μεγάλη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο γιατί εγκαταστάθηκαν εκεί Έλληνες φωτογράφοι που εργάστηκαν από τα τέλη του 19ου και τις πρώτες δυο δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Πριν αναφερθούν όμως οι επαγγελματίες φωτογράφοι της πόλης, εκείνη την περίοδο, αξίζει μνείας ένας ερασιτέχνης φωτογράφος της. Πρόκειται για τον δικηγόρο Μιχαήλ Παπάζογλου, ο οποίος πρότεινε, σε εκτενές άρθρο του μια σειρά βελτιώσεων της ''αυτόματης εμφάνισης πλακών σε δοχεία''.  


Οι προτάσεις του αυτές δημοσιεύτηκαν στο γαλλικό περιοδικό ''Photo Revue'', στις 15 Ιουλίου του 1896, με ιδιαίτερα κολακευτικά σχόλια. Δυστυχώς δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες για τον δυναμικό αυτό ερασιτέχνη φωτογράφο. 
Θα ήταν παρακινδυνευμένο να γινόταν εκτίμηση για το ποιός ήταν ο πρώτος Έλληνας φωτογράφος που εργάστηκε στο Μοναστήρι. 

Την εποχή του Παπάζογλου όμως εργάστηκαν δυο από τους αδελφούς Λιόντα. Λίγο αργότερα θα εγκατασταθούν εκεί και οι αδελφοί Μανάκη.



Η οικογένεια Λιόντα

Το περίτεχνο, όπως φαντάζει σήμερα, φωτογραφικό σήμα τουΓεωργίου Λιόντα σε δυο γλώσσες (Φώτο αριστερά). 

Ο πιο γνωστός είναι ο Γεώργιος Λιόντας. Σύμφωνα δε με ανεπιβεβαίωτη πληροφορία, συνεργάστηκε μαζί του, για ένα διάστημα, και ο αδελφός του Μιχαήλ Λιόντας, που είχε το βασικό του φωτογραφείο στη Θεσσαλονίκη
Η καταγωγή της περίφημης αυτής οικογένειας των φωτογράφων που κυριολεκτικά κατέκλυσαν όλο τον βορειοελλαδικό χώρο είναι από την Πελοπόννησο και συγκεκριμένα από το Λεωνίδιο. Στα τέλη του 18ου αιώνα, τα οκτώ άρρενα αδέλφια Λέοντα ή Λιόντα εγκαταλείπουν το χωριό τους και ανεβαίνουν βορειότερα για την ανεύρεση καλύτερης τύχης. Ίσως στην προέλευση του ονόματος τους πρέπει να αναζητηθεί κάποια βυζαντινή ρίζα, πράγμα άλλωστε πολύ πιθανό, γιατί βυζαντινά κείμενα αναφερόμενα στη φραγκοκρατία της Πελοποννήσου, μιλούν για τοπικούς άρχοντες-φεουδάρχες (τιμαριούχους) με το όνομα ΛΕΟΝΤΑΣ. Άλλωστε γενικότερα στη βυζαντινή ιστοριογραφία το όνομαΛΕΩ-ΛΕΟΝΤΑΣ αναφέρεται συχνότατα, ακόμη και σαν αυτοκρατορικό. 
Έτσι από τις αρχές του 19ου αιώνα το όνομα αυτό απαντάται σε Κοζάνη, Μοναστήρι, Γιάννενα, Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Θράκη κ.α. Οι σίγουρες πληροφορίες που έχουμε για τη γενεαλογία των φωτογράφων ''Λιόντα'', ξεκινούν από τον Γεώργιο Λέοντα που έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη τον 19ο αιώνα. Αυτός είχε 6 παιδιά, τον Μιχαήλ, τον Χρήστο, τον Θεόδωρο, τον Γιώργο, τον Κυριάκο και τον Νικόλαο. Όλοι τους με εξαίρεση τον Κυριάκο (ήταν γεωπόνος στο τσιφλίκι του Χατζηλαζάρου στο Γιάνετς -σημερινό Μεταλλικό Κιλκίς- και ασχολήθηκε ελάχιστα με τη φωτογραφία) εξωτερίκευαν κάποιες έμφυτες καλλιτεχνικές τάσεις εκδίδοντας με επιτυχία στη ζωγραφική και τη φωτογραφία που σαν νέα τεχνική απεικόνισης τραβάει αμέσως το ενδιαφέρον τους. 

Ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Αμβρόσιος Σταυριανός σε καρτ μπινέτ του Γεωργίου Λιόντα. Η οικογένεια Λιόντα κατέκλυσε τον βορειοελλαδικό χώρο έχοντας από τον 19ο αι. το γνωστότερο και βασικότερο φωτογραφείο στη Θεσσαλονίκη. Το πότε ακριβώς ο Γεώργιος Λιόντας εμφανίζεται και πότε εγκαταλείπει το Μοναστήρι παραμένει ανεξακρίβωτο (Φώτο αριστερά).  


Γύρω στα 1908 τοποθετείται η παρουσία των συνεταίρωνΣωτηρίου Πίντζα και του Λάζαρου Κερκελέ. Όμως η μόνη πληροφορία που υπάρχει για τους δυο αυτούς φωτογράφους προέρχεται από διαφήμισή τους στην εφημερίδα το ''Φως'' που εκδιδόταν στο Μοναστήρι, όπου μεταξύ των άλλων ανέφεραν: 

''[..] πως ως γνωστόν η επιτυχία έγκειται εν των φωτισμό, τη στάσεσι και τη καθαρότητι (sic), ανέκαθεν δε ημείς εκείνα ως το κύριον μέλημα ημών προς ικανοποίησιν και των μάλλον απαιτητικών επιδείξαμεν [...].

Αδελφοί Μανάκια

Οι αδελφοί Γιαννάκης και Μίλτος Μανάκια με τις αδελφές τους Βασιλική και Στεργιανή στην είσοδο του κινηματογράφου τους στο Μοναστήρι. Από την Αβδέλλα, ένα βλαχοχώρι της Πίνδου, δεν είναι τόσο η παρουσία τους στη φωτογραφία, όσο, κυρίως στον κινηματογράφο στον οποίο θεωρούνται σκαπανείς στα Βαλκάνια (Φώτο αριστερά).

Οι αδελφοί Γιάννης και Μιλτιάδης Μανάκη (το επίθετο Μανάκια με το οποίο συχνά αναφέρονται είναι μεταγενέστερο, γιουγκοσλαβικό), γεννήθηκαν στην Αβδέλλα, ένα βλαχοχώρι της Δυτικής Μακεδονίας. Ασχολήθηκαν με τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο στον οποίο θεωρούνται σκαπανείς στα Βαλκάνια.
Το 1898, ο Γιάννης, ο μεγαλύτερος από τους δυο, άνοιξε φωτογραφείο στα ΓιάννεναΤο 1905 μετεγκαταστάθηκε στο Μοναστήρι, οικονομικό, διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου άνοιξε φωτογραφείο. Τον Μάιο του 1905 έφερε από το Λονδίνο τη Boiscope, την πρώτη κινηματογραφική μηχανή στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Με αυτήν την μηχανή, και αφού μύησε και τον αδελφό του Μίλτο, γύρισαν στην Αβδέλλα την πρώτη τους κινηματογραφική ταινία με τίτλο ''Υφάντρες'' και πρωταγωνίστρια την ηλικίας 117 (!) χρονών γιαγιά τους. 

Τα πολλά χρήματα όμως τα κέρδιζαν από τη φωτογραφία. Τα καλοκαίρια πήγαιναν στην Αβδέλλα και στα γύρω χωριά και φωτογράφιζαν χωριά, εκκλησίες, μετακινήσεις των Βλάχων προς τα πεδινά της Θεσσαλίας. Εκτός από τους ντόπιους είχαν και πελάτες στο εξωτερικό. Έδεναν στο Παρίσι περίτεχνα και χρυσόδετα άλμπουμ με φωτογραφίες της Αβδέλλας, της Σαμαρίνας, της Σμίξης, του Περιβολιού, αλλά και άλλων περιοχών και τα πουλούσαν στους πολυάριθμους Έλληνες μετανάστες σε όλο τον κόσμο. 


Ο κινηματογράφος ''Cine Manaki'' στο Μοναστήρι
Λίγο πριν από τον τελευταίο πόλεμο κάηκε ολοσχερώς.

Το ''Κινο-Θέατρο'' τους που ήταν παράλληλα και φωτογραφείο, ήταν πασίγνωστο σε όλα τα Βαλκάνια. Μεγάλος αριθμός από τις γυάλινες πλάκες των προσωπικοτήτων που φωτογράφισαν -δεσποτάδες της Μακεδονίας, Τούρκους πασάδες, Μακεδονομάχους και καπεταναίους- αρκετές από τις ταινίες τους διατηρούνται μέχρι σήμερα στο Μοναστήρι. Μόνο που οι Γιουγκοσλάβοι θεώρησαν καλό να... πολιτογραφήσουν τους δυο αδελφούς σαν δικούς τους, και να κυκλοφορήσουν μάλιστα και σχετικό γραμματόσημο προς τιμήν τους. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13 οι αδελφοί Μανάκη διέτρεχαν όλη την Μακεδονία φωτογραφίζοντας. Ορισμένες από τις φωτογραφίες τους αυτές τις τύπωσαν σε καρτ-ποστάλ. Υπήρξαν οι πρώτοι που φωτογράφησαν την είσοδο του ελληνικού στρατού στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. 

Οι Αδελφοί Λιόντα και οι Αδελφοί Μανάκη υπήρξαν σημαντικοί φωτογράφοι. Και δεν είναι τυχαίο που επέλεξαν να εργαστούν στο Μοναστήρι.
(Σημείωση: Για τους Αδελφούς Μανάκια έχει προηγηθεί αφιέρωμα των ''Επτά Ημερών'' δημοσιευμένο στις 2 Ιουνίου 1996 με τίτλο ''Τα Βαλκάνια με το βλέμμα των Μανάκια'').

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2001, Αφιέρωμα: Μοναστήρι ή Βιτώλια.







Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Έλληνες του Ιράν - The Greeks of Iran

Όταν μετακόμισα στο Ιράν, και άκουσα ότι υπήρχαν Έλληνες στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν μου φάνηκε αρκετά περίεργο. Μαθαίνοντας ότι καυχώνται μια θαυμάσια Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία, μόλις λίγα μέτρα μακριά από τη περιβόητη αμερικανική πρεσβεία η οποία κυριάρχησε σε όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης τις 444 μέρες κατά τη κρίση του 1979-80 όπου Αμερικανοί διπλωμάτες πιάστηκαν όμηροι, μου φάνηκε ακόμα ποιο περίεργο. Όμως η ελληνική κοινότητα του Ιράν έχει μπει σε μια αμετάκλητη υποχώρηση από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν πολλοί έφυγαν από μια κοινωνικά περιοριστική Ισλαμική Επανάσταση και το πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Σήμερα, δύο μνημεία στέκουν στην Τεχεράνη ως απόδειξη της καταρρέουσας ελληνικής κοινότητας: μια εκκλησία και ένα νεκροταφείο. Καθώς διέφευγαν μια νέα κομμουνιστική κυβέρνηση στη Μόσχα στα τέλη της δεκαετίας του 1910 η οποία τους είχε αποκηρύξει ως ανεπιθύμητους καπιταλιστές, πολλοί Έλληνες Πόντιοι, όπως ο παππούς μου, προσπάθησαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσω μιας νότιας διαδρομής, κατά μήκος του Ιράν, για να αποφύγουν μια εχθρική Τουρκία της οποίας ο στρατός τότε μαχόταν κατά της εισβολής των ελληνικών στρατευμάτων. Μόλις έφθασαν στο Ιράν, πολλοί από αυτούς τους Έλληνες αποφάσισαν ότι από πολλές απόψεις αυτή η χώρα ήταν καλύτερη και πιο πλούσια από την Ελλάδα - που ήταν μια χώρα άγονη, ορεινή, με περιορισμένη οικονομία και που δεν είχαν ποτέ επισκεφθεί ώστε και μετά βίας θα μπορούσαν να την αποκαλέσουν ως πατρίδα τους. Ασχολήθηκαν με τη ξυλοτομία, το μετάξι και τη γεωργία ρυζιού. Άλλοι χρησιμοποίησαν την γνώση τους στην καπνοβιομηχανία για να αναπτύξουν ένα "δρόμο του τσιγάρου" από το 1935 και μετά, ελπίζοντας ότι θα ανταγωνιστούν τον παλιό δρόμο του μεταξιού. Καθώς οι ειδήσεις για επιχειρηματικές ευκαιρίες στον Ιράν είχαν εξαπλωθεί, περισσότεροι Έλληνες έφθασαν με στόχο την οικοδόμηση των σιδηροδρόμων και τη συγκομιδή από τις καλλιέργειες του καπνού. Οι πόλεις Ράστ και Παντάρ Παχλαβί της ακτογραμμής της Κασπίας έγιναν κέντρα άνθησης για το εμπόριο καπνού και η ελληνική κοινότητα ευημερούσε, φθάνοντας και μέχρι 3.000 με 4.000 άτομα.
"Οι περισσότεροι έμειναν εδώ, έφεραν τις γυναίκες τους ή παντρεύτηκαν κάποια Φατιμά η Λεϊλά και εγκαταστάθηκαν στο Ιράν για πάντα'', μου είπε ένας γηραιός Έλληνας κάτοικος του Ιράν. Στη δεκαετία του 1930, ο βασιλιάς του Ιράν, Σάχης Ρέζα προσπάθησε για τον εκμοντερνισμό τη χώρας, εντυπωσιασμένος από τον Κεμάλ Ατατούρκ και της πολιτικής της αναγκαστικής εκκοσμίκευσης στην Τουρκία. Έτσι, πίεσε μέσω μιας σειράς μέτρων με στόχο την εξάλειψη του ανατολίτικου στοιχείου στη χώρα του. Ανάγκασε τους μουλάδες να ξυρίσουν τις γενειάδες τους, να βγάλουν το παραδοσιακό τους τουρμπάνι και φορούν σκουφάκι, ώστε το μέτωπο τους να μην σκουπίζει το πάτωμα όταν προσεύχονταν. Ο Σάχης Ρέζα απαγόρευσε επίσης το πέπλο για τις γυναίκες, παραχώρησε δημόσια εκπαίδευση, κατασκεύασε το πρώτο σύγχρονο πανεπιστήμιο του Ιράν, άνοιξε σχολεία για τις γυναίκες και τις είχε εντάξει στο εργατικό δυναμικό. Ο Σάχης Ρέζα ξεκίνησε το πρώτο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης του Ιράν και βελτίωσε σημαντικά τη υποδομή της χώρας με την κατασκευή πολλών δρόμων, γέφυρες, κρατικά εργοστάσια ακόμη και τον πρώτο διακρατικό σιδηρόδρομο της χώρας. Ένας γηραιός Έλληνας του Ιράν, ο Γιώτης Συμεωνίδης, θυμάται όταν επισκέφθηκε την Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και ποια ήταν η αντίδραση του όταν του είπαν ότι επρόκειτο να εισαχθεί η τηλεόραση στη Ελλάδα. "Ο πατέρας μου μου είπε με χαρά ότι η Ελλάδα θα είχε ασπρόμαυρη τηλεόραση σύντομα, θυμάμαι. Του είπα ότι, στην Περσία, όχι μόνο έχουμε τηλεόραση, αλλά επίσης ότι εκεί η τηλεόραση είναι έγχρωμη!" Η πλειοψηφία των Ελλήνων περνούσαν υπέροχα χορεύοντας τουίστ κατά τη δεκαετία του εξήντα στην Τεχεράνη. Το 1979, η Ισλαμική Επανάσταση θα βάλει τέλος σε όλα αυτά. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί έκανε έντονα γνωστό ότι "δεν υπάρχει διασκέδαση στο Ισλάμ". Οι καλές μέρες είχαν περάσει. Το 2004, η Όλγα Ξανθοπούλου με χαιρέτισε το σπίτι της που βρίσκεται στο εξαθλιωμένο και ρυπασμένο κέντρο της Τεχεράνης, ανοίγοντας μου ένα θησαυρό από αναμνήσεις. Μέλος βετεράνος της Ελληνικής κοινότητας, η Όλγα γεννήθηκε - και επιμένει ότι θα πεθάνει - στο Ιράν. Αλλά είναι τόση η αίσθηση της απομόνωσης της που ισχυρίστηκε ότι δεν έχει μιλήσει ελληνικά μέσα σε τρία χρόνια πριν από την επίσκεψή μου, και συχνά σταματά τις αναπολήσεις της για να μου ζητήσει συγγνώμη για τα γραμματικά της λάθη. Στους τοίχους, σε ορείχαλκο πλαίσιο, ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εαυτό της και των αγαπημένων της, μας επαναφέρουν πίσω σε ξέγνοιαστες, προ-επαναστατικές μέρες. "Όταν υπήρχε βράδυ θεάτρου στο κλαμπ, δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου χώρος για να κινηθούμε", είπε με πάθος. "Τι υπέροχα θέατρα είχαμε, τι όμορφους χορούς! Όμως (οι Έλληνες) τώρα έφυγαν όλοι και το κλαμπ είναι τώρα εντελώς άδειο. "Στη περιοχή της σαρκός στη Λαλεχζάρ, τη περιοχή των κόκκινων φαναριών της Τεχεράνης, εκεί από όπου οι αξιοσέβαστες Σιιτικές οικογένειες έμεναν μακρυά, οι χαρτοπαίκτες προσκρούαν με πόρνες και τα κορίτσια από Δυτικοποιημένες οικογένειες είχαν την πρώτη τους ανάσα από ευρωπαϊκή ζωή στα γαλλικού τύπου μπιστρό. Μετά την επανάσταση, η περιβόητη περιοχή είχε κλείσει εντελώς και επαναπροσδιορίστηκε ως κέντρο για ηλεκτρικά είδη. "Τα καμπαρέ της Λαλεχζάρ ήταν ανήθικα, αυθεντικά, ζωντανά!", αναστέναξε η Ξανθοπούλου. "Είχαν περσική μουσική, χορό, αλλά όχι γυμνές γυναίκες. Όμως φορούσαν κοντές φούστες και όταν στροβίλιζαν, όλοι έβλεπαν τους μηρούς τους. Αχ, τι είχαμε και τι χάσαμε!" Όλα αυτά ήρθαν στο τέλος, όταν εκατομμύρια άνθρωποι πήραν τους δρόμους το 1978, με αποκορύφωμα την υποδοχή του Αγιατολάχ Χομεϊνί από τις εξημμένες μάζες κατά την επιστροφή του στο Ιράν και τη διακήρυξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι μέρες της δόξας τελείωσαν και άρχισε η έξοδος. "Όποιος είχε ελληνικό διαβατήριο το χρησιμοποίησε για να βγει από τη χώρα", λέει η Ξανθοπούλου. Μέχρι το καιρό που ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Ιράν στα τέλη του 1981, ο αριθμός των Ελλήνων που ζούσαν στο Ιράν μειώθηκε στους 2.500, σύμφωνα με την ελληνική πρεσβεία. Οι υπόλοιποι έφυγαν κατά τα χρόνια της διάρκειας του πολέμου καθώς τα ιρανικά στρατιωτικά αεροπλάνα σφυρηλατούσαν την ιρακινή πρωτεύουσα. Όπως λέει ο Κύριος Γραμματικόπουλος, ο πρόεδρος της κοινότητας, "Σήμερα ίσως 20-30 άτομα εξακολουθούν να μιλούν την Ελληνική γλώσσα και να έχουν ελληνικά διαβατήρια. Τους λίγους ανθρώπους που έχουμε τώρα, προσπαθούμε να τους κρατήσουμε εδώ. Έχουμε φιλανθρωπικά παζάρια, διατηρούμε τις εθνικές μας επετείους, και κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, το Πατριαρχείο μας στέλνει ένα ιερέα". Αλλά οι σχέσεις αυτές οδεύουν προς την ολίσθηση. Τα Χριστούγεννα του 2004, σηματοδότησαν την πρώτη φορά που δεν υπήρχε λειτουργία στην ανακαινισμένη νεοκλασική εκκλησία. Κατά την ίδια περίπου περίοδο, διακόπη και τελευταία απευθείας πτήση Αθήνα- Τεχεράνη της Iran Air. Τώρα οι επιβάτες από Αθήνα προς τη Τεχεράνη πηγαίνουν από το Ντουμπάι, το Μπαχρέιν ή την Κωνσταντινούπολη, προσθέτοντας άλλο ελάττωμα για να γίνει το ταξίδι. Καθ 'όλη την επαναστατική περίοδο, οι Έλληνες είχαν οπτική άποψη από το κλαμπ τους, ακριβώς απέναντι από την πρεσβεία των ΗΠΑ. Ο μικρός αριθμός των Ελλήνων (μόνο 120 οικογένειες κατά τη περίοδο αυτή) σήμαινε ότι δεν χρειάζονταν να μεταπηδήσουν στην πλευρά του Χομεϊνί. Η ύπαρξη τους θα ήταν καλύτερα εάν παρέμενε άγνωστη. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, στεκόμουν στο τώρα ανενεργό Ορθόδοξο νεκροταφείο της Τεχεράνης και επέβλεπα τις σειρές από σταυρούς, χτυπημένους από τον καιρό να κοιτάζουν τον επισκέπτη. Νεαροί άνδρες και γυναίκες σε παλιομοδίτικα ρούχα και ραπτική, κοιτάζουν τον επισκέπτη από ξεθωριασμένες φωτογραφίες τοποθετημένες σε τάφους. Ο μόνος ήχος, πέρα από τη συνεχή κίνηση της Τεχεράνης, ήταν το νερό της βροχής που έσταζε μαλακά στη σήψη της γης. Οι λίγοι Έλληνες του Ιράν - οι μη εξομοιωμένοι ελληνόφωνοι, οι οποίοι εξακολουθούν να κατέχουν ελληνικά διαβατήρια - είναι σήμερα πολύ λιγότεροι από τους νεκρούς τους.

Οι Έλληνες της Μέσης Ανατολής
Του Ιάσωνα Αθανασιάδη
Μετάφραση στα ελληνικά Noctoc

When I moved to Iran, hearing there were Greeks in the Islamic Republic of Iran was bizarre enough. Finding out that it boasted a splendid Greek Orthodox church, just metres away from the infamous US embassy that dominated the international media throughout the 444 days of the American diplomats' hostage crisis in 1979-80 was even stranger.
But Iran's Greek community has been in irreversible decline since the early 1980s when many fled a socially restrictive Islamic Revolution and the Iran-Iraq war. Today, two monuments in Tehran stand testament to the crumbling Greek community: a church and a cemetery.
As they escaped a new communist government in Moscow in the late 1910s that had branded them undesirable capitalists, many Pontic Greeks, such as my grandfather, sought to return to Greece via the southern route, across Iran, and avoid a hostile Turkey whose army was then struggling against invading Greek troops. Upon arriving in Iran, many of these Greeks decided that in many ways it was a better and richer country than Greece - then a barren, mountainous and economically limited country they had never even visited and could hardly call a homeland. They busied themselves with woodcutting, silk and rice-farming. Others used their expertise in the tobacco industry to develop a 'cigarette route' from 1935 onwards, hoping that it would rival the old Silk Route. As news of the business opportunities to be had in Iran spread, more Greeks arrived in order to build railways and harvest the tobacco crops. The Caspian shoreline cities of Rasht and Bandar Pahlavi became centres of the booming tobacco trade and the Greek community thrived, peaking at between 3,000 and 4,000 people."Most stayed here, brought their wives over or married a Fatima or Leila and settled down," one old-timer told me.
In the 1930's, Iran's moderniszng king, Reza Shah - impressed by Kemal Ataturk's forced secularisation policy in Turkey - was pushing through a number of measures aimed at quashing the Eastern element in his country. He forced mullahs to shave off their beards, discard their traditional turban and wear a billed cap in order that their foreheads not brush the floor when praying.Reza Shah also banned the veil for women, provided public education, built Iran's first modern university, opened the schools to women and brought them into the workforce. He initiated Iran's first industrialisation programme and dramatically improved Iran's infrastructure by building numerous roads, bridges, state-owned factories and even Iran's first Transnational railway.
One Greek old-timer, Giotis Symeonidis, remembers visiting Athens in the mid-1960s and what his reaction was upon being told that television was about to be introduced. "My father told me joyfully that Greece was getting black-and-white TV soon," he recalls. "I told him that, in Persia, not only do we have television, but it's also color television!"
The majority of Greeks were having a ball in Swinging Sixties and Seventies Tehran. In 1979, the Islamic Revolution put an end to all that. Ayatollah Khomeini famously pronounced that "there is no fun in Islam". The good days were over.
In 2004, Olga Xanthopoulou welcomed me into her home in Tehran's gritty, polluted downtown and opened up a treasure trove of memories. A veteran member of the community, Olga was born - and insists she will die - in Iran. But such is her sense of isolation that she claimed not to have spoken Greek in three years before my visit, and often halted her reminiscing to apologise for her grammatical mistakes.
On the walls, brass-framed, black-and-white portraits of herself and her loved ones hark back to carefree, pre-revolutionary days.
"When there was a theatre evening at the club, there was hardly space to move in," she exclaimed. "What wonderful theatres we had, what sparkling dances! But (the Greeks) have all left and it's now totally empty". In the fleshpots of Lalehzar, Tehran's red-light district, that respectable Shiite families steered clear of, gamblers brushed up against prostitutes and the girls of Westernised families experienced their first breath of European-style sophistication in the bustling French-style bistros. After the revolution, the notorious area was completely boarded up and reinvented as a centre for electrical goods.
"The cabarets of Lalehzar were bawdy, authentic, alive!" sighed Xanthopoulou. "They had Persian music, dancing and no naked women. But they would wear short skirts and when they twirled, everyone would see their thighs. Ah, what we had and what we lost!" All this came to an end when millions of people took to the streets in 1978, culminating in the seething masses that greeted the Ayatollah Khomeini's return to Iran and his proclamation of an Islamic republic. The glory days ended and an exodus began as "anyone who had a Greek passport used it to get out of the country", Xanthopoulou says. By the time Saddam Hussein invaded Iran in late 1981, the number of Greeks living in Iran had gone down to 2,500, according to the Greek embassy. The rest left during the war years as Iraqi warplanes strafed the capital.
Grammatikopoulos, the community president says, "Today maybe 20-30 people still speak Greek and have Greek passports. The few people we now have, we try to keep them here. We hold charity bazaars, we keep our national holidays, we mark Christmas and Easter, and the Patriarchate sends out a priest". But the links are slipping. Christmas 2004 marked the first time that there was no service in the refurbished neoclassical church. At about the same time, Iran Air discontinued the last direct Athens-Tehran flight. Now passengers transit through Dubai, Bahrain or Istanbul, adding another remove to making the trip.
Throughout the revolutionary period, the Greeks had a vantage view from their clubhouse, just across the street from the US embassy. The small number of Greeks (just 120 families at the time) meant that they felt no need to jump on the Khomeini's bandwagon. Their survival was better served by remaining unknown. Twenty-five years later, I stood in Tehran's now-defunct Orthodox graveyard and surveyed the rows of weather-beaten crosses gaping at the visitor. Young men and women in old-fashioned suits and tailleurs looked out at the visitor from faded photographs mounted on graves. The only sound, aside from the relentless Tehran traffic, was the dripping of water, the soft descent of rain on rotting earth. Iran's few remaining Greeks - the non-assimilated Greek-speakers, those who still hold Greek passports - are now vastly outnumbered by their dead.

Hellenes of the Middle East
By Iason Athanasiadis


Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Οι Αρβανίτες

Οι Αρβανίτες (στην αρβανίτικη γλώσσα: arbërorë ή arbëreshë) θεωρούνται οι απόγονοι μεταναστών από το Άρβανον (περιοχή της σημερινής κεντρικής και νότιας Αλβανίας), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της κεντρικής και νότιας Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, κυρίως μεταξύ του 13ου αιώνα και του 15ου αιώνα. Οι Αρβανίτες έπαιξαν κυρίαρχο και ουσιαστικό ρόλο τόσο κατά τη διάρκεια της Eλληνικής Επανάστασης του 1821 όσο και στη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους στη συνέχεια. Πρωτοαναφέρονται στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, «Αλεξιάδα». Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού (1081 –1118). Στην «Ιστορία» (1079 –1080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλιάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.

Σύμφωνα με μια θεωρία η λέξη Αρβανίτης έχει κοινή προέλευση με τη λέξη «Αλβανός», με αλλαγή των συμφώνων ρ-λ.

Στους περισσότερους Αρβανίτες δεν αρέσει καθόλου να τους λένε Αλβανούς. Στη δεκαετία του 1990 ο Αλβανός Πρόεδρος Σαλί Μπερίσα (Sali Berisha) περιέγραψε τους Αρβανίτες σαν μια αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των Αρβανιτών στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.

Σύμφωνα με τον Αριστείδη Κόλλια, μερικοί Αρβανίτες στο βορειοδυτικό τμήμα της Ηπείρου παραδοσιακά αυτοαποκαλούνται και με την ονομασία Shqiptár, χωρίς να επικαλούνται αλβανική εθνική συνείδηση (Σκιπτάρ=οπλοφόρος (από το λατινικό scipio που σημαίνει ράβδος (εκ του σκήπτρο) και skapt=δόρυ). Οι Αλβανοί αποκαλούν έτσι τους εαυτούς τους σήμερα και την χώρα τους Σκηπερία (Republika e Shqipërisë), αν και προσπαθούν να ταυτίσουν τη λέξη σκιπτάρ=οπλοφόρος με την λέξη σκιπόνιε που σημαίνει αετός). Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται επίσης σε μερικά χωριά της Θράκης, όπου οι Αρβανίτες μετανάστευσαν από τα βουνά της Πίνδου κατά τον 19ο αιώνα. Από την άλλη μεριά αυτή η λέξη είναι παντελώς άγνωστη στο κύριο σώμα των Αρβανιτών της νότιας Ελλάδας.

Καταγωγή των Αρβανιτών
Για την καταγωγή των Ελλήνων Αρβανιτών υπάρχουν πολλές θεωρίες οι περισσότερες από τις οποίες δεν είναι και τόσο αξιόπιστες. Η γνώση που έχουμε είναι κατά κύριον λόγον ιστορική και όχι καθαρά επιστημονική. Οι Αρβανίτες ξεκίνησαν από την περιοχή του Αρβάνου (σημερινή Αλβανία). Η περιοχή της σημερινής Αλβανίας είναι η αρχαία Ιλλυρία, κοιτίδα των Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήρθαν στην Ελλάδα πριν από την Οθωμανική κατάκτηση και δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στο ζήτημα της θρησκείας και της κουλτούρας.

Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πριν την Οθωμανική κατάκτηση γι’ αυτό και διαφέρουν από τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά. Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι η αρβανίτικη γλώσσα χρησιμοποιεί ελληνικό συντακτικό κι ως γνωστόν το συντακτικό, γλωσσικά δεν «δανείζεται».

Να σημειωθεί εδώ ότι οι μετανάστες εκείνοι, ποτέ δεν ονόμασαν τους εαυτούς τους Αρβανίτες. Αρβανίτες τους ονόμασαν οι γηγενείς της Ελλάδας, όπως συνήθως ονομάζουν κάποιον που πάει από άλλο μέρος, κατά το Σοφικίτες, Βατικιώτες, Υδραίοι, Ποριώτες και άλλοι, από τον τόπο προέλευσης.

Σήμερα οι απόγονοι των Ελλήνων-Αρβανιτών που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα πριν 650 χρόνια, έστω κι αν κάνουν αρβανίτικους Συνδέσμους και Συλλόγους, δεν δέχονται καν ότι είναι Αρβανίτες-Αλβανοί, αλλά Έλληνες από την Αλβανία.

Από αυτούς τους Έλληνες–Αρβανίτες, που πολλοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρβανίτικη διάλεκτο και στις μέρες μας για τη συνεννόησή τους με τους σημερινούς Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες, προήλθε μεγάλος αριθμός αγωνιστών του 1821, όπως αναφέρουν διάφορες πηγές, μεταξύ των οποίων οι:

Ανδρέας Μιαούλης ή Ανδρέας Βώκος, ναύαρχος, αργότερα πολιτικός.
Μάρκος Μπότσαρης, Σουλιώτης αγωνιστής και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σκοτώθηκε το 1823 από Τουρκαλβανούς, στο Καρπενήσι.
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής εταιρίας (το καράβι της μάλιστα το βάφτισε με το αρχαιοελληνικό όνομα «Αγαμέμνων»).
Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος, αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Θεόδωρος Πάγκαλος, στρατηγός και δικτάτορας.
Αλέξανδρος Κορυζής, Πρωθυπουργός του ’41, και άλλοι.
Ιλλυρική καταγωγή
Μια από τις απόψεις για την καταγωγή των Αρβανιτών, είναι ότι οι Αρβανίτες που ήρθαν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ήταν αμιγή ιλλυρικά φύλα, δηλαδή Αλβανοί (αν και για πολλούς οι σύνδεση των σημερινών Αλβανών με τους αρχαίους Ιλλυριούς είναι αρκετά συζητήσιμη*), οι οποίοι με το πέρασμα των αιώνων εξελληνίστηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι αντιδράσεις σε αυτή την εκδοχή προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους Αρβανίτες οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δεν δέχονται την περίπτωση της αλβανικής καταγωγής ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με το όνομα Αρβανίτες ονομάζονταν οι Αλβανοί που πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των Ελλήνων, δηλαδή οι λεγόμενοι Τουρκαλβανοί, που σημαίνει ότι η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τους αλβανόφωνους Έλληνες**.

Πελασγική καταγωγή
Η άποψη περί καταγωγής των Αρβανιτών από τους προέλληνες Πελασγούς, υποστηρίζεται κυρίως από την αλβανική πλευρά και από κάποιους Αρβανίτες συγγραφείς και μελετητές. Έτσι τονίζεται η πελασγική καταγωγή όχι μόνο των Αρβανιτών αλλά και των Αλβανών καθώς και η ταύτιση των αρβανίτικων με τη γλώσσα των Πελασγών, με σκοπό να προβληθεί η άποψη ότι οι το αλβανικό έθνος αποτελεί τον αρχαιότερο πληθυσμό των Βαλκανίων, πριν ακόμα την έλευση των Ελλήνων, και ότι οι Αρβανίτες είναι οι πραγματικοί ιθαγενείς του Ελλαδικού χώρου τους οποίους οι Έλληνες συνάντησαν ως Πελασγούς, κατά την κάθοδο τους. Αυτή η εκδοχή όμως στερείται ρεαλιστικότητας, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες να διασώθηκαν πελασγικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα.

Καταγωγή από τους Τόσκηδες
Μια δημοφιλής θεωρία είναι αυτή που ανάγει την καταγωγή των Αρβανιτών, στους Τόσκηδες της νότιας Αλβανίας, οι οποίοι αποτελούν τη μία από τις δύο μεγάλες εθνικές ομάδες των Αλβανών (η άλλη είναι οι Γκέγκηδες, που ζουν στην βόρεια Αλβανία). Ως γνωστόν, υπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης (οι Τόσκηδες θεωρούν τους Γκέγκηδες άξεστους, αμόρφωτους και κατώτερους πολιτισμικά), ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο. Οι Αρβανίτες λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αποτελούν τους Τόσκηδες που μετανάστευσαν από την Βόρεια Ήπειρο στην Ελλάδα. Η εκδοχή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες μπορούν να συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό μιλώντας αρβανίτικα μόνο με τους Τόσκηδες, ενώ η συνεννόηση με τους Γκέγκηδες είναι αδύνατη, όπως επίσης και από το ότι η αρβανίτικη γλώσσα περιέχει πλήθος αρχαϊκών στοιχείων της ελληνικής.

Δωρική καταγωγή
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή μη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα από μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και «βαριά». Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.

Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης και από φυλετικής απόψεως και από πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστό ότι οι Σφακιανοί προέρχονται από τους Δωριείς και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται από την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών των παλαιότερων χρόνων. Από μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμέσως ότι ήταν Αρβανίτες απο τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.

Στο «Λεξικό Εθνών – Εθνοτήτων – Λαών» του Γιόζεφ Βολφ, αναφέρονται τα παρακάτω:
«Αρβανίτες ή Αλβανοί: Λαός που διαμορφώθηκε στο χώρο της σημερινής Αλβανίας τους πρώτους μ.Χ. αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (πέθανε το 160-168 μ.Χ.) αναφέρει μια φυλή στην Ιλλυρία με το όνομα Άλβανες, που ζούσε στο χώρο μεταξύ Δυρραχίου και Δίβρης. Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένωση πατριών που συγκροτήθηκε για αυτοάμυνα. Αυτή η ένωση ενισχύεται πολύ την εποχή των μεγάλων βαρβαρικών επιδρομών του 4ου-7ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, στην περιοχή θα εισβάλουν σλαβικά φύλα που θα καταστρέψουν τις πόλεις. Μεγάλο μέρος των κατοίκων αυτών των πόλεων καταφεύγει στα βουνά και πυκνώνει τις γραμμές των Αλβανών, οι οποίοι φυσικά αντιστέκονται και αποκρούουν τους Σλάβους. Στις αρχικές ιλλυρικές πατριές, που συγκρότησαν τους Αλβανούς ή Αρβανίτες, προστέθηκαν τώρα και στοιχεία των παραλίων, ελληνικά, ρωμαϊκά κ.λπ. Οι Αλβανοί ή Αρβανίτες ενισχύονται ακόμα περισσότερο στην περίοδο της βουλγαρικής επέκτασης. Είναι καθαρά ποιμενικές πατριές, που κρατούν το όπλο στο χέρι. Οι Βυζαντινοί θα τους χρησιμοποιήσουν ως κλεισουράρηδες, φύλακες στα ορεινά μέρη. Θα ξεχωρίσουν τρεις διαφορετικές ομάδες: Οι Γκέγκηδες, οι Τσάμηδες και οι Τόσκηδες, με μια μικρότερη υποδιαίρεση, τους Λιάπηδες. Δε συγκρότησαν έθνος, παρόλο που είχαν βρεθεί από νωρίς μπροστά σε κοινό εχθρό. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, οι αρβανίτικες πατριές χρησιμοποιούνται ως στρατός στα φεουδαρχικά κρατίδια που συγκροτήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Τον 14ο αιώνα οι ένοπλοι αυτοί Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί σʼ όλη την οροσειρά της Πίνδου εξεγείρονται, ανατρέπουν την εξουσία στην Ήπειρο και δημιουργούν τρία κρατίδια: των Μπουαίων με κέντρο το Αγγελόκαστρο, των Λιοσαίων με κέντρο την Άρτα και του Κάρολου Τόπια, που καταλάμβανε τη Β. Ήπειρο και μέρος της Αλβανίας Με τη διάλυση αυτών των κρατιδίων οι πολεμικές πατριές των Αρβανιτών σκορπούν ως μισθοφόροι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: στην Αττική και Βοιωτία ως μισθοφόροι των Ατσαγιόλι και στην Πελοπόννησο ως μισθοφόροι των Παλαιολόγων. Οι Τούρκοι θα τους βρουν απλωμένους σʼ όλη την Ελλάδα. Οι Τούρκοι θα εξισλαμίσουν το βασικό όγκο των αρβανίτικων φατριών, που κατοικούσαν πέρα από τα όρια της σημερινής Ελλάδας και θα τους χρησιμοποιήσουν ως στήριγμα της εξουσίας τους. Οι Αρβανίτες που βρέθηκαν σκορπισμένοι, ως μισθοφόροι θα μείνουν κατά το πλείστο χριστιανοί και γιʼ αυτό θα πολεμούν τους Τούρκους. Αυτοί οι Αρβανίτες θα συγχωνευτούν τελικά με το Νεοελληνικό έθνος. Αντίθετα, οι εξισλαμισμένοι θα συγκροτήσουν το έθνος των Αλβανών, που ζει στην Αλβανία. Οι Αλβανοί όμως ονομάζουν τον εαυτό τους Σκιπτάρ. Ως μισθοφόροι, οι Αρβανίτες βρίσκονται σκορπισμένοι στα πέρατα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί Αρβανίτες θα είναι οι βασικοί μισθοφόροι της Βενετίας και θα δράσουν σʼ όλη τη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων. Μεγάλος αριθμός Αρβανιτών μισθοφόρων θα εγκατασταθούν στο βασίλειο της Νεάπολης, όπου θα παραμείνουν Και μετά την κατάλυση. Απόγονοί τους ζουν σήμερα σκορπισμένοι στη Ν. Ιταλία. Μεγάλος όγκος Αρβανιτών θα κατέβει στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο το 1770, την εποχή των Ορλωφικών. Για μια περίοδο θα κυριαρχήσουν στην Πελοπόννησο, ενώ θα εξαναγκάσουν σε φυγή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Έγιναν πραγματική συμφορά. Οι ίδιοι οι Τούρκοι θα τους καταδιώξουν. Σε συνεργασία με τις κλέφτικες ομάδες της Πελοποννήσου οι Τούρκοι θα τους εξοντώσουν. Μαζί με τις ένοπλες πατριές είχαν κατέβει στην Πελοπόννησο και πολλοί ποιμένες. Με το διωγμό, οι περισσότεροι θα φύγουν για να εγκατασταθούν στα νησιά (Κυκλάδες, Σάμο κ.λπ.), ενώ ένα μεγάλο μέρος θα επιστρέψει στην Αλβανία, μετά από περίπου 10 χρόνια παραμονής στην Πελοπόννησο. Αρβανίτες θα εγκατασταθούν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, τόσο ως μισθοφόροι των Βενετών, όσο και ως μισθοφόροι των Τούρκων. Οι χριστιανοί Αρβανίτες, που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο πριν από την Τουρκοκρατία, θα πολεμήσουν τους Τούρκους και στη συνέχεια, μέσα από κοινούς με τον ελληνικό πληθυσμό αγώνες κατά των Τούρκων, θα συγχωνευτούν με τους Έλληνες. Οι Αρβανίτες θα αφομοιωθούν από το νεοελληνικό έθνος. Η γλώσσα των Αρβανιτών γενικά ήταν φτωχή και οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιούν πολλές ελληνικές λέξεις. Σιγά σιγά η γλώσσα τους χάνεται. Η αρβανίτικη γλώσσα δε χάθηκε εντελώς μόνο στις περιοχές, όπου οι Αρβανίτες έμειναν ως αποκλειστική-κλειστή κοινωνία(Αττική και Βοιωτία και κατά κάποιο τρόπο η Κορινθία). Όταν η κλειστή κοινωνία τους θα σπάσει (από τα μέσα του 18ου αιώνα και έπειτα) η αρβανίτικη γλώσσα θα αρχίσει να υποχωρεί. Εξακολουθεί να αντιστέκεται όμως, στα ορεινά χωριά της Βοιωτίας-Αττικής».

Η κάθοδος των Αρβανιτών
Η ιστορία της καθόδου των Αρβανιτών ή Αλβανιτών ξεκινά από τον 13ο αιώνα. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αλβανική αριστοκρατία μόνο πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους.

Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους πωλούμενοι ως σκλάβοι.

Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να αποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των αλβανικών εδαφών από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι. Πέρα όμως από τις μεταβολές αυτές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον η οθωμανική εισβολή.

Οι πηγές αναφέρουν ότι η δια θαλάσσης μετανάστευση άρχισε δειλά γύρω στο 1280, ενώ οι χερσαίες μεταναστεύσεις πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 13ου αι. αφού υπάρχουν αναφορές για παρουσία Αρβανιτών στη Θεσσαλία γύρω στα 1315. Οι αρβανίτικες μεταναστεύσεις σταμάτησαν γύρω στο 1600 μ.Χ. Τέλος η εσωτερική μετακίνηση εντός της επαρχίας Ηπειρωτών μεταναστών, που στο μεταξύ πλήθαιναν με γάμους και τις επιμειξίες σταμάτησε γύρω στο 1600 μ.Χ.

Από τότε, όλοι οι Αρβανίτες που απαντώνται εκτός Αλβανίας παρουσιάζονται ως γνήσιοι νομάδες, και τους συναντούμε από τη Θεσσαλία ως την Αττική και από την Ακαρνανία ως τα νότια της Πελοποννήσου. Ατομικά ή συλλογικά, η αρβανίτικη αυτή μετανάστευση εμφανίζεται ως αντίδραση φυγής σε μία κοινωνική καταπίεση που είχε γίνει αφόρητη.

Οι Αρβανίτικες φατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Όμως οι Αλβανοί ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα. Η Θεσσαλία υπήρξε η πρώτη ελληνική επαρχία που δέχτηκε τις αρβανίτικες μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ιστορικός Χαλκοκονδύλης, μετά τη Θεσσαλία οι Αρβανίτες πήγαν στο εσωτερικό της Μακεδονίας και έφθασαν ως την Καστοριά. Μαζί τους έφεραν και τα προτερήματά τους ως γεωργοί.

Οι Αρβανίτες εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο σε μικρούς αριθμούς μετά από πρόσκληση του δεσπότη Μανουήλ Καντακουζηνού (1348 – 1380). Κατόπιν, ο δεσπότης Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1383 – 1407) προσκάλεσε περίπου 10.000 Αρβανίτες για να εγκατασταθούν στην Πελοπόννησο. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στον βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Σε μια περίπτωση, 6.000 Αρβανίτες από την Γλαρέντζα εστάλησαν στο πεδίο μάχης. Στα μέσα του 1454, ένας ηγέτης που ονομαζόταν Πέτρος Βουάς είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες κάτω από την εντολή του.

Επίσης, οι Βενετοί μίσθωσαν πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν ως «Stradioti». Με βάση τους υπολογισμούς ενός γαλλικού αυτόπτη μάρτυρα Philippe de Commines (1447 – 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο, ως πεζοί και έφιπποι. Επιπλέον, οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν ως Έλληνες. « Ήσαν άπαντες Έλληνες, ελθόντες εκ των πόλεων ας κατέχουσα εν Ελλάδι οι Βενετοί, τινές μεν εκ του Ναυπλίου εν Πελοποννήσω, άλλοι δε εξ Αλβανίας, ενώπιον του Δυρραχίου».

Οι Αρβανίτες υπηρέτησαν επίσης στο στρατό του Ερρίκου Η’ της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491 – 1547) και του Henry Ε’ της Αγγλίας. Οι Αρβανίτες είχαν θέσεις σε πολλές ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχώρησαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και ως Έλληνες.

Από το σύνολο των μεταναστών, όσοι έφτασαν στην Πελοπόννησο και είχαν εγκατασταθεί σε δυσπρόσιτες ορεινές ζώνες, σχημάτιζαν συμπαγείς ομάδες. Καθώς συχνά δεν είχαν ενδοιασμό να τεθούν υπό τις διαταγές ενός ελληνόφωνου άρχοντα, που ήταν απευθείας απόγονος της παλαιάς αυτοκρατορικής δυναστείας, μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αποτέλεσαν βασική εστία αντίστασης στους Οθωμανούς. Με την υιοθέτηση κοινής στάσης, οι ελληνο-αρβανίτικες ενώσεις, διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στο Μακεδονικό Αγώνα (1903) όπως ο Βαγγέλης Κοροπούλης από την Μάνδρα.

Ανθρωπολογικές μελέτες
Στις ανθρωπολογικές έρευνες του Θεόδωρου Κ. Πίτσιου, οι Αρβανίτες αποτελούν αιγιακό πληθυσμό με διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τους Αλβανούς. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Η εξέταση αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων), μία στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο από όσο με τις γειτονικές τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα στατιστικά δενδρογράμματα ,ταυτόχρονης σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου».
Θ. Κ. Πίτσιος. Ανθρωπολογική Μελέτη του Πληθυσμού της Πελοποννήσου. Η Καταγωγή των Πελοποννήσιων. Βιβλιοθήκη Ανθρωπολογικής Εταιρείας Ελλάδος Αρ. 2. Αθήνα, 1978.

Αυτή η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει πως οι Αρβανίτες ήταν μόνο Έλληνες που εν μέρει εξαλβανίστηκαν γλωσσολογικά εξαιτίας της κατοίκησης μεταξύ αλβανόφωνων πληθυσμών, περίπτωση παρόμοια με τους σύγχρονους αλβανόφωνους Βορειοηπειρώτες Έλληνες που μετανάστευσαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

* Οι εκδοχές είναι αρκετές (πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή, όπου αναφέρονται πολλά ιστορικά στοιχεία, με τον καθηγητή Φίλια και τον Βαλκανολόγο Αχιλλέα Λαζάρου). Κατά μία εκδοχή, η χώρα των Αλβανών βρισκόταν στην Υπερκαυκασία, κοντά στην Κασπία Θάλασσα, δίπλα στην Αρμενία και τη Γεωργία, μέχρι που τους διέλυσαν οι Ρωμαίοι τον 1ον μ.Χ. αιώνα. Πρωτεύουσα ήταν η Καμπάχα, ερείπιά της υπάρχουν και σήμερα. Μετά την καταστροφή από τους Ρωμαίους πολλοί Αλβανοί έφυγαν από την Υπερκαυκασία και ήρθαν στη Ιλλυρία. Κοντά στα σημερινά Τίρανα δημιούργησαν το χωριό Αλβανόν ή Άρβανον, στην περιοχή της σημερινής Κρόιας. Το χωριό αυτό για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Πτολεμαίο το Γεωγράφο, ως «Αλβανόπολις», και τον 11ο αιώνα από τους βυζαντινούς. Έτσι ονομάστηκαν Αλβανοί ή Αρβανίτες. Και σιγά σιγά άρχισαν να αυξάνονται, ενώ παράλληλα έφταναν εκεί κι άλλοι Ανατολίτες ή Σλάβοι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, οι σημερινοί Αλβανοί ήταν θρακικά φύλα από την Δαρδανία (σημερινή περιοχή των Σκοπίων) ή γερμανικά φύλα που αναμείχθηκαν με τους ντόπιους Ιλλυριούς.
** Το πιο χτυπητό παράδειγμα της διαφοράς ανάμεσα στον Έλληνα Αρβανίτη και στον Τουρκαλβανό, το συνειδητοποιεί κανείς με τους Σουλιώτες. Δίγλωσσοι κι εκείνοι, έδειξαν πόσο ψεύτικο είναι το επιχείρημα της αναγωγής σε μια άλλη εθνότητα με στοιχείο τη γλώσσα. Με ελληνικά ή με αρβανίτικα, τραγούδησαν και τραγουδήθηκαν τα κατορθώματά τους που τα ενέπνεε ένα και μόνο: Ή αγάπη για την ελευθερία, η ελληνική συνείδηση, το αδιαίρετο με τη μία έννοια Ελλάδα. Αγεφύρωτο το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τους Τουρκαλβανούς κι όχι μόνο. Και τους Λατίνους, τους Παπιστανούς, που τραγική επιβεβαίωση και το ίδιο το βόλι που σκότωσε τον πιο αγαπητό ίσως ήρωα του 1821, τον Σουλιώτη Μάρκο Μπότσαρη. Mια ακόμα απόδειξη είναι ότι και ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του, όταν αναφέρει τη λέξη «Αρβανίτης», εννοεί «Τουρκαλβανός». Και θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία για τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος θεωρείται από τους σημερινούς Αλβανούς, λίγο πολύ ως…συμπατριώτης τους. Ακόμα κι αν η αρβανίτικη καταγωγή των Κολοκοτρωναίων μπορεί να θεωρηθεί διερευνήσιμη, εν τούτοις το γεγονός ότι το 1769 ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής, μαζί με τα αδέλφια του Αποστόλη, Γιώργο και Αναγνώστη, είχε συντρίψει τους Αρβανίτες-Τουρκαλβανούς που μάστιζαν την Πελοπόννησο και το 1770 είχε συμμετάσχει στην εξέγερση του Μοριά κατά τα Ορλωφικά, ενώ το 1779 συμμετείχε στην εξόντωση των Τουρκαλβανών της Πελοποννήσου, είναι στοιχεία αδιαμφισβήτητα. Χαρακτηριστική είναι επίσης η αποστροφή του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του: «Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: “Άϊντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί”, και διέταξα και το έκοψαν».



Διαβάστε περισσότερα: http://www.pare-dose.net/?p=2746#ixzz1LgppaDxr